Τετάρτη, 28 Μαΐου 2014

Απόδοση της εορτής του Πάσχα

Την Τετάρτη της έκτης εβδομάδας μετά το Πάσχα εορτάζουμε την Απόδοση της εορτής του Πάσχα. Αν και οι περισσότερες εορτές έχουν τη απόδοση τους την όγδοη ημέρα, η Απόδοση του Πάσχα εορτάζεται την 39η ημέρα.

Απόδοση της εορτής του Πάσχα

Την Τετάρτη της έκτης εβδομάδας μετά το Πάσχα εορτάζουμε την Απόδοση της εορτής του Πάσχα. Αν και οι περισσότερες εορτές έχουν τη απόδοση τους την όγδοη ημέρα, η Απόδοση του Πάσχα εορτάζεται την 39η ημέρα.

Δευτέρα, 26 Μαΐου 2014

Άγιος Φανούριος ο Μεγαλομάρτυς

Για την καταγωγή και τη ζωή του Αγίου Φανουρίου δεν υπάρχει τίποτε συγκε­κριμένο, επειδή όλα τα στοιχεία της ζωής του χάθηκαν σε καιρούς ανωμαλίας.
 Τα μόνα στοιχεία που έχομε αναφορικά με τον Άγιο είναι η εύρεση της εικόνας του, γύ­ρω στα 1500 μ.Χ., σύμφωνα με τα συναξά­ρια, ή κατ' άλλους γύρω στα 1355-1369 μ.Χ. Άλλοι υποστηρίζουν πως η εικόνα του Αγίου βρέθηκε στη Ρόδο και άλλοι στην Κύ­προ.
 Η εύρεση της εικόνας
Επιστρέφομε στο παρελθόν, όταν οι Αγαρηνοί εξουσίαζαν τη Ρόδο και απο­φάσισαν να ξαναχτίσουν τα τείχη της πόλης, που βάρβαρα κατέστρεψαν και κατεδάφισαν στον πόλεμο λίγα χρόνια πριν.
Άρχισαν λοιπόν να στέλλουν εργάτες έξω απ' το νότιο μέρος του φρουρίου και να μαζεύουν πέτρες απ' τα μισογκρεμισμένα σπί­τια των κατοίκων, για να ξαναφτιάξουν τα νέα και ισχυρά τείχη της πόλης τους. Ξαφ­νικά μέσα στα χαλάσματα βρήκαν μια ωραιό­τατη, αλλά μισοχαλασμένη στη μια πλευρά εκκλησία κι εκεί μέσα βρήκαν ένα σωρό ει­κόνες, που απ' την πολυκαιρία δεν ξεχώρι­ζαν τις μορφές των Αγίων καθώς και τα γράμματα, που είχανε επάνω τους.
Μια μόνο καταπληκτική εικόνα ξεχώριζε απ' όλες, που ο χρόνος δεν την άγγιξε και παρίστανε ένα νέο ντυμένο σαν στρατιώτης. Ο Μητροπολίτης της Ρόδου Νείλος έτρεξε αμέσως επί τόπου και διάβασε καθαρά το όνομα του Αγίου, που λεγόταν Φανούριος. Συγκινημένος ο Σεβασμιώτατος, για τη φανέρωση του Αγίου, παρατήρησε, πως ήταν ντυμένος σαν Ρωμαίος στρατιωτικός, κρα­τώντας στο αριστερό χέρι του ένα σταυρό και στο δεξιό μια αναμμένη λαμπάδα. Ο α­γιογράφος ακόμα ολόγυρα της εικόνας ζω­γράφισε σε δώδεκα παραστάσεις τα μαρτύ­ρια, που υπόφερε ο Άγιος και, που εξιστορούν ολοφάνερα την όλη ζωή του.
Οι παραστάσεις αυτές είναι οι ακόλουθες:
Α΄. Ο Άγιος παρουσιάζεται όρθιος μπρο­στά στο Ρωμαίο ανακριτή του και φαίνεται ν' απολογείται με θάρρος και να υπερασπί­ζει την χριστιανική πίστη του.
Β΄. Οι στρατιώτες εδώ επεμβαίνουν και χτυ­πούν με πέτρες στο κεφάλι και στο στόμα τον Φανούριο, για ν' αναγκασθεί να υποκύ­ψει και ν' αρνηθεί τον Κύριο.
Γ΄. Οι στρατιώτες έχουν εξαγριωθεί πια απ' την επιμονή του Φανουρίου, γι' αυτό τον έριξαν κάτω και τον χτυπούν τώρα άγρια με ξύλα και ρόπαλα, για να κάμψουν το ακμαίο ηθικό του.
Δ΄. Ο Φανούριος είναι στη φυλακή κι εκεί βασανίζεται με αποτρόπαιο τρόπο. Φαίνε­ται εντελώς γυμνός κι οι στρατιώτες ολόγυ­ρα του ξεσχίζουν τις σάρκες του με αιχμη­ρά σιδερένια εργαλεία. Ο Άγιος υπομένει αγόγγυστα το τρομερό μαρτύριό του.
Ε΄. Ο Φανούριος βρίσκεται και πάλι στη φυ­λακή και προσεύχεται στον θεό, για να τον ενισχύσει ν' αντέξει μέχρι τέλους τα βασανι­στήρια.
ΣΤ΄. Ο Άγιος παρουσιάζεται και πάλιν μπροστά στον Ρωμαίο ανακριτή για ν' απο­λογηθεί για τη στάση του. Απ' την ατάρα­χη έκφραση του προσώπου του φαίνεται, πως ούτε τα βασανιστήρια που υπόφερε, ούτε οι μελλοντικές απειλές του τυράννου του εκλόνισαν την πίστη και έτσι απτόητος περιμένει ακόμη χειρότερα μαρτύρια.
Ζ΄. Οι δήμιοι του Φανουρίου με μανία και σκληρότητα καίουν με αναμμένες λαμπάδες το ολόγυμνο σώμα του, που φαίνεται έτσι η ανυπέρβλητη θυσία του για τον Εσταυ­ρωμένο. Ο Άγιος νικά και πάλιν με την α­δάμαστη θέληση και καρτερία του στον Κύ­ριο.
Η΄. Εδώ οι άγριοι βασανιστές του χρησιμο­ποιούν και μηχανικά μέσα για να φθάσουν στο κορύφωμα του μαρτυρίου του. Έχουν δέσει τον Άγιο πάνω σ' ένα μάγκανο κι αυ­τό σαν περιστρέφεται, του συντρίβει τα κόκκαλα. Υποφέρει εκείνος αγόγγυστα αλλά στο ωραίο πρόσωπό του είναι ζωγραφισμέ­νη ανέκφραστη αγαλλίαση, γιατί υποφέρει για χάρη του Κυρίου.
Θ΄. Ο Φανούριος ρίπτεται σ' ένα λάκκο, για να γίνει βορά άγριων θηρίων κι οι δήμιοί του από πάνω παρακολουθούν να δούνε το τέ­λος του. Τα θηρία όμως έχουν κυριολεκτι­κά εξημερωθεί απ' τη χάρη του Θεού, γι' αυ­τό τον περιτριγυρίζουν ήσυχα σαν αρνάκια και απολαμβάνουν θαυμάσια τη συντροφιά του.
Ι΄. Οι δήμιοί του δεν ικανοποιούνται απ' το προηγούμενο αποτέλεσμα κι έτσι τον βγάζουν απ' τον λάκκο και τον καταπλακώνουν μ' ένα μεγάλο λίθο, βέβαιοι πια πως θα τον αποτελειώσουν. Τίποτε όμως δεν πετυχαίνουνε κι αυτή τη φορά.
ΙΑ΄. Η σκηνή παρουσιάζει τον Άγιο μπρο­στά σε βωμό, όπου οι δήμιοί του τον προτρέπουν να θυσιάσει, βάζοντας στις παλά­μες του αναμμένα κάρβουνα. Ο Φανούριος βγαίνει και απ' αυτή τη δοκιμασία νικητής και αυτό διακρίνεται από ένα διάβολο, που έχει τη μορφή δράκου, που πετά στον αέ­ρα και κλαίει για την αποτυχία του.
ΙΒ΄. Η τελευταία σκηνή είναι το τέλος του μαρτυρίου του, με τον Φανούριο ριγμένο σ' ένα μεγάλο καμίνι να στέκεται όρθιος πάνω σ' ένα σκαμνί και να τον περιζώνουν φλό­γες και καπνοί. Ο Άγιος φαίνεται να προ­σεύχεται αδιάκοπα στον Θεό, χωρίς να εκ­φράζει κανένα παράπονο ή γογγυσμό κι έ­τσι άκαμπτος κι ανυποχώρητος πέταξε στα ουράνια, γεμάτος ικανοποίηση για όσα βά­σανα υπόφερε για χάρη του Κυρίου.
   Το χτίσιμο του ναού
Ο Μητροπολίτης τότε του νησιού, ο Νεί­λος, όταν μελέτησε επισταμένα την ει­κόνα που βρέθηκε, αποφάνθηκε, πως ο Φα­νούριος ήταν ένας απ' τους σπουδαιότε­ρους μεγαλομάρτυρες της Πίστεώς μας. Α­μέσως έστειλε αντιπροσωπεία στον ηγεμό­να του νησιού και τον παρακαλούσε να του δώσει άδεια για ν' ανακαινίσει την εκκλησία. Όταν όμως ο ηγεμόνας αρνήθηκε, τότε ο Μητροπολίτης μετέβη ο ίδιος προσωπικά στην Κωνσταντινούπολη και κατόρθωσε να εξασφαλίσει απ' τον Σουλτάνο την άδεια που ζητούσε. Επέστρεψε σύντομα στη Ρό­δο κι αναστήλωσε το ναό ακριβώς στην πα­λιά θέση του, έξω από τα τείχη του. Ο να­ός σώζεται ως τα σήμερα και αποτελεί από τότε ιερό προσκύνημα όλων των Χριστια­νών.

   Στοιχεία απ' την εύρεση της εικόνας 
Βλέποντας την εικόνα του Αγίου Φανου­ρίου που βρέθηκε στη Ρόδο, εξάγουμε πολλά αξιόλογα στοιχεία που είναι τα ακό­λουθα:
  • 1.   Σαν διαβάσουμε στην εικόνα το όνομα του Αγίου συμπεραίνομε αμέσως, πως εί­ναι ελληνικής καταγωγής.
  • 2. Επίσης συμπεραίνομε πως οι γονείς του ήταν πολύ ευσεβείς, για να του δώσουν ένα τόσο χριστιανικό όνομα.
  • 3. Ο νέος αυτός ακόμα θα ήταν πολύ μορ­φωμένος για να γίνει στρατιωτικός.
  • 4. Υπολογίζουμε ακόμα πως τα μαρτύρια του Αγίου Φανουρίου έγιναν τον β' και γ' αιώνα, όταν οι διωγμοί των χριστιανών βρί­σκονταν στο αποκορύφωμά τους.
  • 5. Ο Φανούριος ολοφάνερα αποδεικνύε­ται πως ήταν Μεγαλομάρτυρας απ' τα πολ­λά και φοβερά μαρτύρια που υπέφερε.
  • 6. Βεβαιωνόμαστε επίσης πως ετιμάτο απ' τους πιστούς χριστιανούς απ' τα χρόνια του μαρτυρίου του σε χριστιανικούς ναούς, για να βρεθεί μάλιστα ένας τέτοιος ναός και στη Ρόδο.
  • 7.   Απ' την απεικόνιση του Αγίου φαίνεται πως ο Φανούριος μαρτύρησε σε νεαρά
    ηλικία.
   Θαύματα του Αγίου
Ο Άγιος Φανούριος έκανε αρκετά θαύ­ματα στους πιστούς που επικαλούνται το όνομά του κι ένα απ' αυτά είναι το ακό­λουθο:
 
Σε μια περίοδο της ιστορικής ζωής της η Κρήτη ήταν υποδουλωμένη στους Λατίνους (1204 - 1669 μ.Χ.), που είχαν δικό τους Αρ­χιεπίσκοπο και γι' αυτό προσπαθούσαν με κάθε τρόπο να παρασύρουν τους κατοίκους του νησιού στον Καθολικισμό (Παπισμό).
 
Έτσι οι Λατίνοι πήρανε σαν καταπιεστι­κό μέτρο ενάντια στην Ορθοδοξία να μην επιτρέπουν να χειροτονούνται ιερείς στην Κρήτη, οπότε οι Κρητικοί αναγκάζονταν να μεταβαίνουν στο νησί Τσιρίγο (Κύθηρα) για να χειροτονηθούν ιερείς από Ορθόδοξο Αρχιερέα, που έδρευε εκεί.
 
Κάποια εποχή λοιπόν ξεκίνησαν απ' την Κρήτη τρεις διάκονοι για το Τσιρίγο κι αφού χειροτονήθησαν εκεί ιερείς, επέστρεφαν τρι­σευτυχισμένοι στο πολύπαθο τότε απ' τη σκλαβιά νησί τους. Κατά κακή τους τύχη Αγαρηνοί πειρατές τους συνέλαβαν στο πέ­λαγος, τους μετέφεραν στη Ρόδο, όπου τους πώλησαν σε τρεις διαφορετικούς Αγαρηνούς αφέντες.
 
Η θέση των τριών ιερέων ήταν αξιοθρή­νητη κι όμως μια γλυκειά προσμονή ήλθε να γλυκάνει το πικρό παράπονό τους. Μάθα­νε πως στη Ρόδο ο Άγιος Φανούριος θαυματουργούσε και σ' αυτόν στήριξαν τις ελ­πίδες τους κι ολοένα προσεύχονταν και τον επικαλούνταν ο καθένας τους ξεχωριστά, για να τους λυτρώσει απ' την σκληρή αιχ­μαλωσία στους μιαρούς Αγαρηνούς.
 
Ζήτησε, λοιπόν, ο κάθε ιερέας, χωρίς να συνεννοηθούν μεταξύ τους, απ' τον αφέν­τη του, να του δώσει άδεια να μεταβεί στην εκκλησία για να προσκυνήσει την εικόνα του Αγίου Φανουρίου. Πήρανε κι οι τρεις τους μ' ευκολία την άδεια, προσκύνησαν μ' ευ­λάβεια την εικόνα του Αγίου βρέχοντας τη γη με τα δάκρυά τους γονατιστοί σαν προ­σεύχονταν και με όλη τη δύναμη της ψυχής τους παρακαλούσαν τον Άγιο Φανούριο να μεσολαβήσει για να γλυτώσουν πια απ' τα χέρια των Αγαρηνών.
 
Αφού οι ιερείς αναχώρησαν, ανακουφι­σμένοι απ' τον πόνο τους, ο Άγιος Φανού­ριος παρουσιάστηκε τη νύχτα και στους τρεις αφέντες τους και τους διέταξε να ελευ­θερώσουν τους σκλάβους ιερείς τους, δια­φορετικά θα τους τιμωρούσε σκληρά. Οι Αγαρηνοί όμως άρχοντες θεώρησαν την επέμ­βαση του Αγίου σαν κάποια μαγεία, γι' αυ­τό αλυσόδεσαν τους σκλάβους τους κι άρ­χισαν να τους βασανίζουν με χειρότερο τρό­πο.  
Την άλλη όμως νύχτα ο Άγιος Φανούριος επέμβηκε πιο αποτελεσματικά, έλυσε τους τρεις ιερείς απ' τα δεσμά τους και τους υ­ποσχέθηκε, πως θα τους ελευθέρωνε από τους Αγαρηνούς την άλλη μέρα. Φανερώ­θηκε και πάλι στους Αγαρηνούς και τους απείλησε αυτή τη φορά, πως αν δεν ελευθέρωναν το πρωί τους ιερείς, θα μεταχειρι­ζότανε σκληρά μέτρα γι' αυτούς.
 
Το άλλο πρωί οι Αγαρηνοί αισθάνθησαν την τιμωρία, γιατί έχασαν όλοι το φως τους και το κορμί τους έμεινε παράλυτο. Έτσι αναγκάσθησαν τότε να συμβουλευτούν τους συγγενείς τους, για να συζητήσουν το κα­κό που τους βρήκε. Όλοι δε οι άρχοντες α­ποφάσισαν να καλέσουν τους τρεις ιερείς, μήπως μπορούσαν να τους βοηθήσουν. Οι ιερείς την μόνη απάντηση που έδωσαν ήταν, πως αυτοί θα παρακαλούσαν τον Θεό τους κι Εκείνος θα αποφάσιζε.
 
Την τρίτη νύχτα παρουσιάστηκε πάλι ο Άγιος Φανούριος στους Αγαρηνούς και τους ανακοίνωσε πως αν δεν έστελναν οι τρεις άρχοντες γραπτώς στο ναό του τη συγκατάθεση τους για την απελευθέρωση των ιερέων, δεν θα ξανάβρισκαν πια την υ­γεία τους. Οι Αγαρηνοί τότε θέλοντας και μη έγραψαν το γράμμα που ζήτησε ο Άγιος Φανούριος και δήλωναν απερίφραστα, πως παραχωρούσαν, στους τρεις ιερείς την ελευ­θερία τους. Αυτές οι δηλώσεις τους κατατέ­θηκαν στον ιερό ναό του Αγίου.  
Πριν ακόμα επιστρέψει η αντιπροσωπεία των Αγαρηνών απ' το ναό, οι τυφλοί και παράλυτοι άπιστοι έγιναν εντελώς καλά με το θέλημα του Αγίου. Οι πλούσιοι Αγαρηνοί έδωσαν στους τρεις ιερείς όλα τα έξοδα του ταξιδιού τους κι αυτοί πριν αναχωρή­σουν κατέφυγαν στην εκκλησία, και αφού ευχαρίστησαν τον Άγιο για την απελευθέ­ρωσή τους, αντέγραψαν πιστά την εικόνα του Αγίου Φανουρίου και την πήραν στην Κρήτη, όπου την τιμούσαν κάθε χρόνο με δοξολογίες και λιτανείες.
 Η πίτα του Αγίου Φανουρίου 
Η μεγάλη τιμή που τρέφουν οι χριστιανοί στον Άγιο Φανούριο, έγινε αιτία να δημιουργηθεί στο λαό το παραδοσιακό έθι­μο της πίττας του Αγίου ή καλύτερα της φανουρόπιτας.
 
Η πίτα συνήθως είναι μικρή και στρογ­γυλή και γίνεται από καθαρό αλεύρι, ζάχα­ρη, κανέλλα, λάδι κι αφού όλα αυτά τα υλι­κά ανακατευθούν, ζυμώνονται, μπαίνουν σε στρογγυλή φόρμα και η πίττα ψήνεται σε μέτρια θερμοκρασία στο φούρνο.
 
Η πίτα γίνεται για να φανερώσει ο Ά­γιος σε κάποιον ένα χαμένο αντικείμενο, κά­ποια δουλειά αν ένας είναι άεργος, κάποια χαμένη υπόθεση, την υγειά σε κάποιο άρ­ρωστο και άλλα παρόμοια. 
Η Εκκλησία μας γιορτάζει τη μνήμη του στις 27 Αυγούστου.


ΑΠΟΛΥΤΙΚΙΟΝ
Ήχος δ΄. Βασίλειον διάδημα
Ουράνιον εφύμνιον εν γη τελείται λαμπρώς, επίγειον πανήγυριν νυν εορτάζει φαιδρώς Αγγέλων πολίτευμα, άνωθεν υμνωδίαις, ευφημούσι τους άθλους, κάτωθεν Εκκλησία την ουράνιον δόξαν. ην εύρες πόνοις και άθλοις τοις σοις, Φανούριε ένδοξε.

Παρασκευή, 16 Μαΐου 2014

Ο Άγιος Νικόλαος ο νέος εκ Μετσόβου

Αυτός ο αθλητής του Χριστού είχε πατρίδα του το Μέτσοβο, που βρίσκεται στην Ήπειρο. Ήταν γεννημένος από γονείς ευσεβείς και, ενώ ήταν ακόμη νέος, αναχώρησε για τα Τρίκαλα και ε­κεί συμφώνησε για εργασία με έναν αρτοποιό, στον οποίο και δούλευε με μισθό. Και μετά από πολύν καιρό, μερικοί Αγαρηνοί άλλοτε με απάτη και υποσχέσεις και άλλοτε με φοβέρες και συκοφαντίες, τον έκαναν και αρνήθηκε αλλοίμονο! τον Χριστό. Όταν όμως ήλθε στα λογικά του, έφυγε και πήγε στην πατρίδα του και ζούσε πάλι χρι­στιανική ζωή.
Και ύστερα από πολύ καιρό, αφού φόρτωσε το άλογό του δαδί, πήγε με άλλους συμπατριώτες του στα Τρίκαλα, για να το πουλήσει και εκεί τον αναγνώρισε ένας Τούρκος κουρέας, που ήταν γείτονας με τον προαναφερθέντα αρτοποιό και, αφού τον έπιασε, τον έσερνε και τον κατηγορούσε πως αρνήθηκε την πίστη τους και έ­γινε πάλι Χριστιανός. Τότε ο Νικόλαος, επειδή φοβήθηκε, έδωσε σ’ αυτόν το φορτίο του δαδιού και τον παρακαλούσε να μη τον φανερώσει. Εκείνος όμως του έλεγε, ότι εάν του έφερνε κάθε χρόνο, όσο ζούσε, από ένα φορτίο δαδί δεν θα τον φανέρωνε. Και ο Νικόλαος του υποσχέθηκε και κάθε χρόνο του πήγαινε το δαδί, σύμφωνα με την υπόσχεσή του.
Ύστερα όμως από λίγο, καθώς μετάνιωσε ο Νικόλαος για την υπόσχεση, που του έδωσε, δεν ήθελε πλέον να του δώσει το δαδί, αλλά μάλιστα αποφάσισε και να πεθάνει, για να θεραπεύσει την προη­γούμενη άρνηση του Χριστού, που έκανε και πήγε αμέσως στον πνευ­ματικό του και φανέρωσε τον σκοπό του. Εκείνος όμως τον εμπόδιζε και τον συμβούλευε να ξεχάσει αυτόν τον σκοπό, για να μη τύ­χει και δεν μπορέσει να αντέξει τα βασανιστήρια του Μαρτυρίου και υποπέσει πάλι σε δεύτερη άρνηση, λέγοντάς του, ότι το μεν πνεύμα είναι πρόθυμο, αλλά το σώμα είναι αδύνατο. Αλλά αυτός ο ευλο­γημένος παρέμενε σταθερός στην γνώμη του και έλεγε, ότι έ­χει σίγουρες τις ελπίδες του στον Κύριο, ότι θα τον δυναμώσει για να υπομείνει γενναία όλα τα παιδέματα, που θα του κάνουν για την αγάπη του και θα μείνει ασάλευτος στην πίστη του, καταπατώντας κάθε εχθρό και πολέμιο.
Βλέποντας λοιπόν ο πνευματικός τον ζήλο και την προθυμία, που είχε για το Μαρτύριο, αφού τον στήριξε με πολλές συμβουλές και ευχές, τον άφησε να φύγει. Με τέτοια λοιπόν σταθερή γνώμη και απόφαση πήγε στα Τρίκα­λα και, αφού τον συνέλαβε ο κουρέας, τον έπνιγε λέγοντας «Πού εί­ναι, άπιστε, το δαδί, που μου έταξες;». Τότε ο Νικόλαος του απαν­τούσε· «Δεν σου χρωστάω τίποτε». Τότε εκείνος, επειδή θύμωσε, φώ­ναξε μεγαλόφωνα και τον μαρτύρησε. Τότε, αφού έτρεξαν πολλοί Τούρκοι και πληροφορήθηκαν την υπόθεση, συνέλαβαν αμέσως τον ευλογημένο με πολύ θυμό και χτυπώντας τον και σπρώχνοντάς τον τόν πήγαν στο δικαστήριο και μαρτύρησαν, ότι αρνήθηκε την πίστη των Χριστιανών και δέχθηκε την δική τους. Ο Μάρτυρας όμως, όταν τον ρώτησαν αποκρίθηκε, ότι “Χριστιανός γεννήθηκα και Χριστια­νός είμαι και Χριστιανός θέλω να πεθάνω και δεν αρνούμαι ποτέ την πίστη μου με όσα μαρτυρία και αν μου κάνετε”. Και επειδή λοιπόν ού­τε με κολακείες ούτε με φοβέρες μπόρεσαν να τον φέρουν στην γνώμη τους, τον ξυλοκόπησαν αυστηρά για πολλή ώρα και έπειτα τον έρριξαν σε μία σκοτεινή φυλακή και εκεί μέσα τον παίδευαν για πολλές ημέρες με πείνα και δίψα και με άλλα διάφορα βασανιστήρια, αλλά ο Μάρτυρας τα υπέμενε όλα με ανδρεία και με μεγάλη του χαρά.
Και επειδή έμενε ασάλευτος σε όλα, τον έβγαλαν από την φυλακή και τον παρουσίασαν για δεύτερη φορά στο δικαστήριο· και πάλι κήρυξε μεγαλόφωνα τον Χριστό, πώς είναι Θεός αληθινός και αυτόν πιστεύει και δεν τον αρνείται ποτέ. Βλέποντας λοιπόν ο δικαστής το αμετάθετο της γνώμης του, πρόσταξε να ανάψουν μεγάλη πυρκαγιά στην μέση της αγοράς και να τον ρίξουν μέσα σ’ αυτήν. Έτσι, αφού τον μετέφεραν στον τόπο της καταδίκης, τον έρριξαν στην πυρκαγιά, που άναψαν και εκεί όλος χαρά και δοξολογώντας τον Θεό, παρέδω­σε το πνεύμα του.
Ένας κεραμέας όμως, παρακινούμενος από ευλάβεια, πήγε στον τόπο εκείνο την νύχτα, για να βρει κάποιο μέρος από το Άγιο Λείψα­νο και βλέποντας μερικούς Αγαρηνούς, που αγρυπνούσαν και φύλα­γαν, έδωσε σ’ αυτούς αρκετά αργύρια και πήρε την Αγία Κάρα του Μάρτυρα, η οποία ήταν λίγο καταστραμμένη στα μυαλά από την πυρκαγιά και, αφού πήγε στο σπίτι του, την έκρυψε μέσα στον τοίχο από τον φόβο των Τούρκων, χωρίς να το γνωρίζει κανείς άλλος από τους ανθρώπους του σπιτιού του.
Ύστερα όμως από μερικό καιρό πέθανε ο κεραμέας και έμεινε κρυμμένη η Πάντιμη Κάρα του Μάρτυ­ρα, ενώ το σπίτι εκείνο του κεραμέα το αγόρασε άλλος Χριστιανός που ονομαζόταν Μέλανδρος και κατά το βράδυ εκείνο, που τελείωσε το Μαρτύριο ο Άγιος, είδε φως, που έλαμπε στο μέρος εκείνο του τοίχου και εξ αιτίας της απορίας και του θαυμασμού του Μέλανδρου για εκείνο το φως, αποκαλύφθηκε στον ύπνο του, ότι εκεί. όπου εμφα­νίσθηκε το φως, είναι κρυμμένη η Αγία Κάρα του Μάρτυρα Νικολά­ου. Τότε, αφού χάλασε τον τοίχο και την βρήκε, θεώρησε ανάξιο τον εαυτό του να έχει στο σπίτι του έναν τέτοιο θησαυρό· γι’ αυτό πήγε στο Μοναστήρι του Βαρλαάμ όπου είχε και αδελφό Μοναχό και την αφιέρωσε εκεί εις μνημόσυνο αυτού και των γονέων του.
Εκεί λοιπόν βρίσκεται θησαυρισμένη μέχρι και σήμερα αυτή η Α­γία Κάρα και καθημερινά κάνει θαύματα πέρα από κάθε έννοια. Δι­ότι μία φορά, που υπήρχε θανατικό στα Τρίκαλα και πέθαιναν κάθε ημέρα πολλοί και μόνο με την παρουσία της σταμάτησε αμέσως το θανατικό. Το ίδιο και ένα χωριό, που ονομάζεται Ντιστάτα και έπασχε το ίδιο από το θανατικό, το ελευθέρωσε. Ακόμη και τους Καλαρρύτες, που βασανίζονταν μία φορά από λοιμώδη ασθένεια, τους λύ­τρωσε αμέσως με τον παρουσία της.
Κατ’ εξοχήν όμως αυτή η Αγία Κάρα διώχνει και εξαφανίζει τις ακρίδες, διαφυλάσσοντας αβλαβείς τους καρπούς τόσο πολύ, που μέ­νουν εκστατικοί και οι ίδιοι οι Τούρκοι με αυτό το θαύμα. Το οποίο δεν γίνεται μία φορά και δύο, αλλά πολλές φορές μέχρι και σήμερα. Και όχι μόνο αυτό, αλλά και πάθη αθεράπευτα γιατρεύει παραδόξως και πολλά άλλα θαύματα κάνει καθημερινά, σε όποιον τόπο και αν προσκληθεί.
Βρίσκονται δε και μερικά άλλα κομμάτια από το μαρτυρικό λεί­ψανο του Αγίου σε διαφόρους τόπους. Και στα Ιωάννινα βρίσκεται το μισό της παλάμης του χεριού του, με του οποίου τις πρεσβείες ας λυτρωθούμε και εμείς από κάθε ανάγκη και θλίψη. Αμήν.

 ( Αγίου Νικοδήμου του Αγιορείτου, Συναξαριστής, τ. Ε΄, Μάϊος-Ιούνιος, σ. 118-121)

Σάββατο, 10 Μαΐου 2014

Εθνικισμός και οικουμενικότητα

....Επιθυμία μου ήταν να ιδρύσω μοναστήρι κατά το πνεύμα του αγίου Σιλουανού. Μέχρι σήμερα ακούω από μερικούς ότι το εγχείρημά μου έχει καθαρώς ουτοπικό χαρακτήρα. Μου λένε οι άνθρωποι:«Είναι αδύνατον να υπερνικήσει κάποιος μέσα του τον εθνικισμό». Αλλά τότε, σκέφτομαι, «είναι αδύνατη η σωτηρία!». Αν είμαι εθνικιστής και χριστιανός κατά την πίστη, τότε εγκλωβίζω τον Χριστό στην έννοια του εθνικισμού. Αντιλαμβάνεστε γιατί μου είναι αδύνατον να αποδεχθώ αυτή την κρίση και γιατί η μεγαλύτερη παρηγοριά μου είναι ότι, μολονότι είμαστε μια μικρή ομάδα, προερχόμαστε από έντεκα εθνικότητες! Στην προσευχή του Σιλουανού, που καλεί συνεχώς να προσευχόμαστε για όλη την ανθρωπότητα, από την αρχή ως το τέλος της ασφαλώς δεν υπάρχει εθνικισμός. Όλες αυτές οι εθνικές διαιρέσεις ήταν αποτέλεσμα της πτώσεως. Πουθενά δεν βλέπουμε ως χριστιανικό κήρυγμα το μίσος. Συνεπώς, δεν γίνεται λόγος στη χριστιανική πίστη για την απόρριψη των άλλων εθνικοτήτων, αλλά για την υπέρβαση αυτού του περιορισμού με την ανύψωση στο επίπεδο της προσευχής στη Γεθσημανή.

Αρχιμανδρίτου Σωφρονίου Σαχάρωφ
Από το βιβλίο: « Οικοδομώντας τον ναό του Θεού μέσα μας και στους αδερφούς μας»
Τόμος Α΄ σελ. 235
εκδ. Ιερά Μονή Τιμίου Προδρόμου Έσσεξ

Τετάρτη, 7 Μαΐου 2014

Η ''Αγία '' απογοήτευση

Η ''Αγία απογοήτευση. '' !!................ Συγκινήθηκα πολύ, όταν χθές μιλώντας με μία νέα κοπέλα που είπε :
-Πάτερ , κάθε χρόνο που περνά ,μετράω και λιγότερους φίλους.
-Μπήκες στην στράτα του Θεού. Της απαντώ.
-Και ποια είναι αυτή;
Η Αγία απογοήτευση!
Σε εγκαταλείπουν τα πάντα, οι αγάπες, τα όνειρα, , οι πατρίδες , οι φίλοι, οι χαρές σου ,τα χρήματα ,η υγεία,οι ελπίδες ,όλες οι ανθρώπινες σιγουριές και βεβαιότητες, η ίδια η ζωή, το παρελθόν και το μέλλον σου…
-Και μετά;
-Μετά σε περιμένει η αγκαλιά Του Χριστού, η γλυκιά Του Αγάπη .
Άμα δεν σε απογοητεύσουν οι άνθρωποι δεν γίνεται να σε γοητεύσει ο Χριστός.
Είσαι σε καλό δρόμο!

π.Διονύσιος Ταμπάκης- Ναύπλιον

Κυριακή, 4 Μαΐου 2014

Κυριακή των Μυροφόρων – Γιατί στὶς μυροφόρες τὸ πρῶτο «Χριστὸς ἀνέστη» ;

« δέ λέγει αὐταῖς- Μή ἐκθαμβεῖσθε- Ἰησοῦν ζητεῖτε τόν Ναζαρηνόν τόν ἐσταυρωμένον ἠγέρθη, οὐκ ἐστίν ὧδε...» (Μάρκ. 16, 6)
Ἐξακολουθοῦμε, ἀγαπητοί μου, νά ἑορτάζουμε τό μέγα, τό κοσμοσωτήριο γεγονός τῆς ἀναστάσεως τοῦ Σωτῆρος Χριστοῦ. Οἱ περισσότεροι ὕμνοι ποῦ ψάλλονται τήν περίοδο αὐτή ὡς θέμα ἔχουν τήν ἀνάσταση τοῦ Χριστοῦ. Ἄλλα καί αὐτή ἡ θεία λειτουργία, ποὺ γίνεται τίς Κυριακές αὐτές τοῦ Πεντηκοσταρίου, διαφέρει ἀπό τή θεία λειτουργία τοῦ ὑπολοίπου ἐκκλησιαστικοῦ ἔτους• διότι ἀμέσως μετά τό «Εὐλογημένη ἡ βασιλεία...» δέν λέμε ἀμέσως τά εἰρηνικά, δέν λέμε τίς αἰτήσεις «Ἐν εἰρήνῃ τοῦ Κυρίου δεηθῶμεν...», ἄλλα ὁ ἱερεύς θυμιάζει τήν ἁγία τράπεζα ἀπ' ὅλες τίς πλευρές καθώς καί ὅλο τό ναό καί ψάλλει μαζί μέ τούς ψάλτες κατ' ἐπανάληψιν, δέκα φορές, τό «Χριστός ἀνέστη».
Τό «Χριστός ἀνέστη» ἀκούγεται ὅλες τίς Κυριακές ἀλλὰ καί ὅλες τίς ἡμέρες μέχρι τῆς Ἀναλήψεως. Τό «Χριστός ἀνέστη» εἶναι, ἀδελφοί μου ὁ γλυκύτερος χαιρετισμός, χαιρετισμός ποὺ μεταφέρει ἀπό στόμα σέ στόμα, ἀπό γενεά σέ γενεά τό μέγα μήνυμα, τήν πιό χαρμόσυνη εἴδηση, ὅτι ὁ Κύριος νίκησε τό θάνατο. Χιλιάδες φορές - ἀμέτρητες ἀκούστηκε, καί ἀκούγεται, καί θά ἐξακολούθηση ν' ἀκούγεται τό «Χριστός ἀνέστη». Ἄλλα πότε ἐλέχθη γιά πρώτη φορά; ποιά αὐτιά τό πρωτοάκουσαν; ποιός εἶναι ἐκεῖνος ποὺ ἄκουσε γιά πρώτη φορά τό «Χριστός ἀνέστη»;
Ὅπως τή γέννηση τοῦ Χριστοῦ δέν τήν ἔμαθαν πρῶτοι οἱ μεγάλοι καί ἰσχυροί καί πλούσιοι, ἀλλά οἱ ταπεινοί καί φτωχοί βοσκοί ποὺ ἔβοσκαν τά ποίμνια τους στά βοσκοτόπια τῆς Βηθλεέμ, ἔτσι καί τήν ἀνάσταση τοῦ Χριστοῦ, τό γεγονός ὅτι ὁ Ἰησοῦς σύντριψε τίς πύλες τοῦ ἅδου, δέν τό ἄκουσαν πρῶτοι οἱ ἐπιφανεῖς καί ἀξιωματοῦχοι, δέν τό ἄκουσαν οἱ ἰσχυροί ἄνδρες, δέν τό ἄκουσαν οὔτε καί αὐτοί οἱ μαθηταί τοῦ Χριστοῦ• τό μήνυμα τῆς ἀναστάσεως τοῦ Κυρίου τό ἄκουσαν πρῶτες ἀπ' ὅλους οἱ γυναῖκες, οἱ μυροφόρες γυναῖκες• καί πρός τιμήν αὐτῶν τῶν γυναικῶν εἶναι ἀφιερωμένη ἡ σημερινή Κυριακή, τρίτη Κυριακή ἀπό τό Πάσχα.
Ἀλλὰ γιατί τό μήνυμα τῆς Ἀναστάσεως τό ἄκουσαν πρῶτες ἀπ' ὅλους οἱ μυροφόρες; Γιατί ἡ πρώτη ἐμφάνισης τοῦ ἀναστάντος Κυρίου νά γίνει σ' αὐτές; Μήπως ὁ Χριστός στήν περίπτωση αὐτή ἐνήργησε μεροληπτικῶς;
Μεροληπτικῶς σέ καμία στιγμή τῆς ζωῆς του δέν συμπεριφέρθηκε ὁ Κύριος. Ἦταν δίκαιος• καί συνεπῶς, ἐάν τώρα ὄχι οἱ ἄντρες, ὄχι οἱ ἀπόστολοι, ὄχι ὁ Πέτρος καί ὁ Ἰωάννης, ἀλλά οἱ γυναῖκες ἄκουσαν τό χαρμόσυνο μήνυμα, ὑπάρχει λόγος• λόγος ὄχι κάποιας ἰδιαιτέρας συμπαθείας, ἀλλά λόγος δικαιοσύνης. Ὁ Χριστός ἀγαπᾶ ὅλα τά παιδιά του καί ἀμείβει τό καθένα χωρίς νά μεροληπτεῖ εἰς βάρος ἄλλου. Ἄκουσαν πρῶτες οἱ μυροφόρες γυναῖκες τό «Χριστός ἀνέστη», διότι τούς ἄξιζε πράγματι νά τό ἀκούσουν. καί τούς ἄξιζε, διότι αὐτές ἔδειξαν ἀρετές ποὺ δέν ἔδειξαν οὔτε οἱ μαθηταί τοῦ Κυρίου. Ποιές ἀρετές ἔδειξαν;
Ἀπό τήν πρώτη μέρα ποὺ γνώρισαν τόν Κύριο στή Γαλιλαία, ἔγιναν πιστές μαθήτριές του, τόν ἀκολουθοῦσαν καί δαπανοῦσαν ἀπό τά ὑπάρχοντά τους γιά τή συντήρηση ἐκείνου καθώς καί τοῦ ὁμίλου τῶν μαθητῶν του• «ὅτε ἦν ἐν τῇ Γαλιλαίᾳ ἠκολούθουν αὐτῷ» (Μάρκ. 15,41) καί «διηκόνουν αὐτῷ ἐκ τῶν ὑπαρχόντων αὐταῖς» (Λουκ. 8,3). καί μόνο τότε;
Τήν ὥρα τῆς θυσίας του, ἐνῶ ὅλοι εἶχαν ἐγκαταλείψει τόν Κύριο, ἐνῶ ὁ μέν Ἰούδας τόν πρόδωσε γιά τριάκοντα ἀργύρια, ἐνῶ ὁ Πέτρος τόν ἀρνήθηκε ἐμπρός σέ μία ὑπηρέτρια καί μάλιστα μέ ὅρκο, ἐνῶ οἱ ἄλλοι μαθηταί πλήν τοῦ Ἰωάννου «πάντες ἀφέντες αὐτόν ἔφυγαν» (Ματθ. 26,56), ἐνῶ ὅλοι ὅσους εἶχε εὐεργετήσει καθ' ὅλο τό διάστημα τῆς δημοσίας δράσεώς του πῆγαν καί ἑνώθηκαν μαζί μέ τούς ἐχθρούς καί φώναζαν «Ἆρον ἆρον, σταύρωσον αὐτόν» (Ἰωάν. 19,15), μέσα στή γενική αὐτή ἐγκατάλειψη οἱ μυροφόρες ἔμειναν πιστές καί ἀφοσιωμένες στόν Κύριο. Ἔμειναν κοντά στόν Διδάσκαλο, ζώντας τό δράμα ἀπό ἀπόσταση τόση ὅση τούς ἐπέτρεπαν οἱ συνθῆκες. οὔτε ἕνα λεπτό δέν ἀποχωρίσθηκαν ἀπό αὐτόν.
«Ἦσαν δέ ἐκεῖ καί γυναῖκες πολλαί ἀπό μακρόθεν θεωροῦσαι, αἵτινες ἠκολούθησαν τῷ Ἰησοῦ ἀπό τῆς Γαλιλαίας διακονοῦσαι αὐτῷ• ἐν αἷς ἦν Μαρία ἡ Μαγδαληνή, καί Μαρία ἡ τοῦ Ἰακώβου καί Ἰωσῆ μήτηρ, καί ἡ μήτηρ τῶν υἱῶν Ζεβεδαίου» (Ματθ. 27,55-56) «καί Σαλώμη, αἵ...καί διηκόνουν αὐτῷ, καί ἄλλαι πολλαί αἱ συναναβᾶσαι αὐτῷ εἰς Ἱεροσόλυμα» (Μαρκ. 15,40-41). Βρῆκαν τό ψυχικό σθένος νά μείνουν ἐκεῖ, στό Γολγοθᾶ.
Εἶδαν τό φρικτό θέαμα. Ἄκουσαν ὅλους τοὺς λόγους, ποὺ εἶπε ὁ Χριστός ἐπάνω στό σταυρό, ἄκουσαν καί τό «Τετέλεσται» (Ἰωάν. 19,30).
Ἀλλὰ καί μετά τό θάνατό του δέν ἀναχώρησαν. Ἔμειναν θρηνώντας κοντά στό σταυρό. Καί μόλις παρουσιάστηκε ὁ Ἰωσήφ ὁ ἀπό Ἀριμαθαίας καί ὁ Νικόδημος μέ τήν ἄδεια τοῦ ἐνταφιασμοῦ, αὐτές ἔτρεξαν, τούς βοήθησαν, τούς συνόδευσαν στό μνημεῖο, καί δεν ἔφυγαν ἀπό 'κεῖ παρά μόνο ὅταν ὁ ἥλιος τῆς δραματικωτέρας αὐτῆς ἡμέρας ἔριξε πάνω στή γῆ τίς τελευταῖες του ἀκτῖνες.
Τήν ἀγάπη τους ὅμως, τήν ἀνδρεία τους, τή μεγάλη ψυχή τους τήν ἔδειξαν κατ' ἐξοχήν τη νύχτα τῆς Ἀναστάσεως, «τῇ μιᾷ τῶν σαββάτων» (Λουκ. 24,1). Τότε, ἐνῶ ἤξεραν ὅτι τό μνῆμα εἶναι σφραγισμένο, ὅτι λίθος μεγάλος καί βαρύς φράζει τήν εἴσοδό του, ὅτι ἔνοπλοι Ρωμαῖοι στρατιῶτες φρουροῦν τόν τάφο κ' ἔχουν ἐντολή νά χτυπήσουν καθένα ποὺ θά τολμοῦσε νά πλησίαση ἐκεῖ, ἐν τούτοις οἱ μυροφόρες γυναῖκες «λίαν πρωί» (Μάρκ. 16,2), «ὄρθρου βαθέος» (Λουκ. 24,1), πρίν ἀκόμη ἀνατείλει ὁ ἥλιος, ξεκινοῦν νά ἔρθουν στό μνῆμα φέρνοντας μαζί τους ἀρώματα, τά ὁποῖα εἶχαν ἑτοιμάσει, γιά νά μυρώσουν τό σῶμα τοῦ Χριστοῦ. Κανένας φόβος καί καμιά δυσκολία δέν στάθηκαν ἱκανά νά τίς ἐμποδίσουν. Τό μόνο ποὺ τίς ἀπασχολοῦσε ἦταν, πῶς θ' ἀποκυλίσουν τόν τεράστιο καί ἀσήκωτο ἐκεῖνο λίθο ἀπό τό ἄνοιγμα τοῦ μνημείου.
Μία τέτοια ἀγάπη, μία τέτοια ἀφοσίωση, μία τέτοια ἀνδρεία ἦταν δυνατόν νά μή δεῖ, νά μήν ἐκτιμήσει, νά μή βραβεύσει ὁ Κύριος; Ἀμοιβή λοιπόν τῆς ἀγάπης τους ἦταν τό ὅτι πρῶτες αὐτές ἄκουσαν τή μεγάλη εἴδηση, τό ἄγγελμα τῆς Ἀναστάσεως, τό «Χριστός ἀνέστη», ἀπό ἄγγελο Κυρίου. Καί ἐν συνεχείᾳ, ὅτι πρῶτες αὐτές βλέπουν τόν ἀναστάντα Κύριο καί παίρνουν ἐντολή, νά μεταδώσουν τό μήνυμα αὐτό στούς μαθητὰς καί στίς ἄλλες μαθήτριες.
Κ' ἐμεῖς σήμερα, ἀγαπητοί μου, ποὺ ἑορτάζουμε τή μνήμη τῶν ἁγίων μυροφόρων γυναικῶν, ἄντρες καί γυναῖκες ἄς μιμηθοῦμε τῶν μυροφόρων τίς ἀρετές, ἰδίως τήν ἀγάπη ποὺ εἶχαν στόν Κύριο.
Εἶναι ἀλήθεια, ὅτι καί μέχρι σήμερα οἱ γυναῖκες ἀγαποῦν τό Θεό περισσότερο ἀπό τούς ἄντρες. Αὐτές ἐκκλησιάζονται περισσότερο. Αὐτές ἔρχονται στούς ναούς «ὄρθρου βαθέος». Αὐτές μελετοῦν τό Εὐαγγέλιο καί ἄλλα ἐκκλησιαστικά βιβλία. Αὐτές τρέχουν στό κήρυγμα, ὅπου ἀκούγεται λόγος Θεοῦ. Αὐτές εἶναι προθυμότερες στήν ἄσκηση τῆς φιλανθρωπίας καί ἐλεημοσύνης. Αὐτές... Ὦ, πόσα δέν ὀφείλει ἤ Ἐκκλησία στίς γυναῖκες τίς θερμές!

Ομιλία του †Επισκόπου Φλωρίνης Αυγουστίνου Καντιώτου