Σάββατο, 30 Ιουνίου 2012

Η γιαγιά Λαμπρινή, η ασκήτρια

Την περίπτωση της Γιαγιάς Λαμπρινής, μιας σύγχρονης αγίας, δεν περιμένω να την καταλάβουν άνθρωποι "καθώς πρέπει" (το βάζω σε εισαγωγικά), δηλαδή κρυφο-εγωιστές. Αυτοί μάλλον θα τη θεωρήσουν παλαβή, θα την πουν "θεούσα", και τους ανθρώπους που την είχαν/την έχουν για πνευματική τους δασκάλα θα τους ειρωνευτούν ως θρησκόληπτους και χαζούς. Ας είναι ευλογημένοι αυτοί οι άνθρωποι, αυτοί που δε θα καταλάβουν και θα κοροϊδέψουν.
Ανεβάζω όμως αυτό το post για εκείνους τους ταπεινούς ανθρώπους (ελπίζω μέσα σ' αυτούς να βρεθούν και έφηβοί και νέοι που διψάει η καρδιά τους), που θα νιώσουν πως μια μεγάλη αθλήτρια δε ζει κοινή ζωή - το ίδιο ισχύει στον αθλητικό στίβο, το ίδιο και στον πνευματικό στίβο, γιατί κι ο χριστιανός είναι αθλητής.
Αυτή η ασήμαντη εξωτερικώς γιαγιά πού εδώ βλέπουμε, δέχθηκε χαρίσματα από τον Χριστό πού μόνο μεγάλοι Άγιοι είχαν. Κατέβαζε μέ τίς προσευχές της τόν ουρανό καί τούς Αγίους κάτω, συνομιλούσε μέ την Θεοτόκο, έβγαινε από το σώμα της καί με την ψυχή της ταξίδευε σέ Παράδεισο καί κόλαση, φθάνοντας σέ μέτρα απίστευτα για τήν εποχή μας. Γιαγιά Λαμπρινή πρέσβευε καί γιά εμάς…
Η Λαμπρινή γεννήθηκε το 1918 στο χωριό Αγία Παρασκευή Άρτης.
Οι γονείς της Σπυρίδων Δρίβας και Θεοδώρα ήταν από τους πιο εύπορους του χωριού και είχαν αλλά τρία αγόρια. Η Λαμπρινή ήταν η μικρότερη, και τ’ αδέλφια της την υπεραγαπούσαν για τον χαρακτήρα της, το ήθος και την πολύ καλή συμπεριφορά της προς όλους.
Μεγάλωσε με χριστιανικές αρχές. Από μικρή έμαθε να αγαπά τους ανθρώπους και να ζει σύμφωνα με τον λόγο του Θεού. Τελείωσε μόνο το δημοτικό σχολείο και διάβαζε με πόθο την Αγία Γραφή και άλλα πνευματικά βιβλία.

Διηγήθηκε η ίδια:

Ήμουν οκτώ χρόνων και καθόμουν σ’ ένα καρεκλάκι στην αυλή του σπιτιού. Κρατούσα μια μικρή Αγία Γραφή, μπήκα στον ενθουσιασμό και μου άρεσε να την διαβάζω.
Είχα διαβάσει το χωρίο: «Πας ος αφήκεν οικίας ή αδελφούς ή αδελφάς ή πατέρα ή μητέρα ή γυναίκα ή τέκνα ή αγρούς ένεκεν του ονόματος μου, εκατονταπλασίονα λήψεται και ζωήν αιώνιον κληρονομήσει». (Ματθ.. ιθ’-29).
Έτσι μπήκε μέσα στην καρδιά μου και αγάπησα πάρα πολύ τον Κύριο. Από εκείνη την στιγμή άναψε ο πόθος για να ακολουθήσω την μοναχική ζωή και σκέφθηκα: Δεν θέλω τίποτε, ούτε χωράφια, ούτε περιουσίες, θα πάω για Μοναχή.
Τότε εμφανίστηκε ξαφνικά μπροστά μου κάποιος ντυμένος με ιερατικά άμφια και μου άρεσε πολύ η όψη του, ήταν πολύ όμορφη. Τον κοιτούσα με θαυμασμό. Μου είπε:
- Τι με θαυμάζεις; Και τα χεράκια σου Εγώ τα έπλασα και είσαι και συ όμορφη σαν εμένα.
- Εμένα με γέννησε η μάννα μου και είναι στην κουζίνα. Να την φωνάξω;
- Όχι, εγώ εσένα θέλω, και έπιασε τα μαλλάκια μου. Αυτά ποιος τα έπλασε;
- Ναι, μου είπε. Τώρα τι θα κάνεις, ποια ζωή θα ακολουθήσεις;
- Αυτό το βιβλίο μου άναψε τον πόθο για τον μεγάλο μου Θεό θέλω να τον απολαύσω. Αυτός να εργάζεται για μένα και εγώ γι’ αυτόν.
- Θα γίνεις μεγάλη, παιδί μου, και θα εργασθείς και συ για Μένα.
- Ποιος είσαι συ;
- Αυτός πού είπες εσύ, μου είπε. Αφού θέλεις έτσι, θα τρως Τετάρτη και Παρασκευή ψωμί και σκόρδο. Εσύ είσαι καλό παιδί, έχω όμως και άλλα καλά παιδιά. Θα έρθω μια μέρα να μαζέψω όλα αυτά τα καλά παιδιά.
Ύστερα έγινε άφαντος…
Άρχισε μετά απ’ αυτό να αγωνίζεται περισσότερο, να νηστεύει, να προσεύχεται και να ετοιμάζεται να αφιερωθεί στον Θεό. Πνευματικός της ήταν ο π. Μητροφάνης, ο Γέροντας της Ιεράς Μονής Ροβέλιστας Άρτης.
Διηγήθηκε η ίδια: «Από μικρή ήθελα να γίνω μοναχή. Όταν έγινα δεκαεπτά χρόνων πήγα στο Μοναστήρι και είπα στον Γέροντα ότι θέλω να γίνω μοναχή.
Μου είπε:
-Νάρθεις, παιδάκι μου. Την άλλη μέρα ήρθαν οι γονείς μου με φωνές να με πάρουν. Ο Ηγούμενος, όπως τους είδε έτσι αγριεμένους, με έδωσε λέγοντάς μου να μεγαλώσω λίγο και μετά ξαναπηγαίνω.
Αυτοί με πήραν και σε λίγες μέρες άρχισαν τα προξενιά. Εγώ ήμουν αρνητική και εύρισκα προφάσεις». Μετά με ρώτησαν τι θέλω και τους είπα: «Θα προσευχηθώ όλη τη νύχτα και ό,τι μου πει ο Θεός».

 Ο ΕΓΓΑΜΟΣ ΒΙΟΣ ΙΣΟΔΥΝΑΜΟΣ ΤΟΥ ΜΟΝΑΧΙΚΟΥ ΒΙΟΥ;

Προσευχήθηκα και είπα: «Θεέ μου, ένα πράγμα σου ζητώ. Να μου δώσεις άδεια να πάρω τον Ουράνιο (νυμφίο) και εγώ, όπως παίρνουν οι καλές ψυχές. Να μη συζευχτώ με επίγειον άνδρα».
Άκουσα φωνή: «Σε έχουμε υπ’ όψιν. Μια ώρα δική μας θα γίνεις. Πρέπει όμως να συζευχθείς αυτού για να δυναμώσεις. Να βάλεις χαλινάρια στο στόμα, στα πόδια, στα χέρια, στη σάρκα».
- Στη σάρκα; Στην παντρειά με στέλνεις.
- Σε στέλνω Εγώ, και η σάρκα είναι ευλογημένη. Δοκιμασίες θα έχεις…
Εγώ συνέχισα να προσεύχομαι για το καλύτερο, να γίνω Μοναχή, όμως μου έλεγε ότι «το καλύτερο για σένα είναι να παντρευτείς, να δοκιμαστείς, να ψηθείς. Αν πας στο Μοναστήρι, δεν θα βασανισθείς τόσο. Στο Μοναστήρι ό,τι κάνουν οι άλλοι θα κάνεις και συ, είτε τρώνε, είτε προσεύχονται.
Στον κόσμο όμως θα συναντήσεις κακότητα, μοχθηρία. Εμείς τελειώσαμε τώρα, πάρε την δύναμη και την φώτιση και εργάσου όσο μπορείς».
Εργάσθηκα σε όλη μου την ζωή. Αγωνίστηκα. Τα πεθερικά μου μετά δεν με ήθελαν, με έδιωχναν, με έβριζαν με άπρεπα λόγια. Όσα μου είπε η φωνή, το Πνεύμα, τα βρήκα όλα». Έτσι λοιπόν μετά τα 20 της την πάντρεψαν με τον Αριστείδη Βέτσιο από τα Κολομόδια Άρτης και απέκτησαν δύο παιδιά, τον Σπύρο και την Σταθούλα.
Η ζωή της δεν ήταν καθόλου εύκολη στην οικογένεια του συζύγου της, γιατί ζούσαν δεκατρία άτομα μαζί στο ίδιο σπίτι και ο καθένας είχε τις δικές του Ιδιοτροπίες και τον δικό του τρόπο σκέψεως. Ιδιαίτερα ο πεθερός της φερόταν προς αυτήν με άσχημο τρόπο, με περιφρόνηση και σκληρότητα την πλήγωνε με τα λόγια του.
Η Λαμπρινή όμως κατάφερε με την υπομονή να τα ξεπεράσει όλα. Στις βρισιές του έλεγε: «Πες με ό,τι θέλεις. Εγώ είμαι μουγκή»… Και από τον σύζυγο της είχε δυσκολίες.
Κάποτε που βρισκόταν σε αγρυπνία στον άγιο Φανούριο στο γειτονικό χωριό Γλυκόριζο, άκουσε φωνή που της είπε: «Αυτή τη στιγμή καίγεται το σπίτι σου…»
Όταν τέλειωσε η αγρυπνία και γύρισε μαζί με τις άλλες γυναίκες με τα πόδια, είδε τα βιβλία της καμένα και πεταμένα έξω από το σπίτι και τον σύζυγο της σε έξαλλη κατάσταση να της φωνάζει να φύγει από το σπίτι.
Η Λαμπρινή απάντησε: «Δεν φεύγω. Εσύ είσαι ό άντρας μου, εδώ είναι το σπίτι μου, σκότωσε με, κάνε με ό,τι θέλεις, εγώ δεν φεύγω».
Τη νύχτα την κλείδωσε έξω από το σπίτι. Υπέμεινε ήρεμα και έλεγε: «Ο πειρασμός τον βάζει, θα του περάσει. Αυτός είναι καλός, αλλά στο καφενείο τον “άναψε” ο τάδε και έκανε ό,τι έκανε, μέχρι να του περάσει ο θυμός».
Παρά τις τόσες δυσκολίες και τις κοπιαστικές αγροτικές εργασίες, δεν άφηνε δευτερόλεπτο της ημέρας χωρίς να προσεύχεται και να ευχαριστεί τον Θεό. Μαζί της στο χωράφι που πήγαινε να εργαστεί έπαιρνε και βιβλία πνευματικά για να διαβάζει και να προσεύχεται. Σ’ όλη την ζωή της χάλασε από την πολλή χρήση τέσσερα βιβλία Μεγάλα Ωρολόγια. Τα βιβλία της ήταν η περιουσία της, όπως έλεγε, και από την μελέτη τους έπαιρνε πολλή δύναμη.
Μετά πού απέκτησε τα δυο της παιδιά, με τον άνδρα της ζούσαν σαν αδέλφια. Αυτός τις νύχτες κοιμόταν και η Λαμπρινή διάβαζε τα βιβλία της με το φως ενός καντηλιού και ενός κεριού.

Μέρος Β΄ 

ΦΟΒΕΡΕΣ ΝΗΣΤΕΙΕΣ…

Σ’ όλη την ζωή της είχε μονοφαγία και ξηροφαγία. Έτρωγε συνήθως ψωμί και ελιές. Στο τριήμερο (τρεις πρώτεςς μέρες της σαρακοστής) δεν έτρωγε και δεν έπινε τίποτε. Κοινωνούσε την καθαρά Τετάρτη και μετά συνέχιζε την τελεία νηστεία…
Τις ημέρες πού δεν έτρωγε τίποτε έπινε γύρω στις 3 μ.μ. ένα κουταλάκι ζεστό νερό. Το συνηθισμένο φαγητό της ήταν μια πατάτα βρασμένη με ξύδι. Τα παιδιά της την πίεζαν να φάει, αλλά αρνιόταν και απαντούσε: «Μη στενοχωριέστε, δεν θα πεθάνω από τη νηστεία, η προσευχή είναι η τροφή μου. Το σώμα θα το περιποιηθώ γιατί είναι η κατοικία της ψυχής μου. Όταν έρθει η ώρα θα φάω. Μην ανησυχείτε».
Της έκανε το πρωί η κόρη της καφέ και το απόγευμα πού πήγαινε να πάρει το φλυντζάνι ήταν απείραχτο… 
Το Πάσχα πού κάθονταν όλοι μαζί να φάνε, η Λαμπρινή μιλούσε για τον Θεό και μετά από πίεση έτρωγε μια κουταλιά γιαούρτι ή μια πιρουνιά σαλάτα.. έλεγε:
«Σήμερα είναι η μεγαλύτερη γιορτή. Σήμερα αναστήθηκε ο Χριστός. Αν ερχόταν ένα πεθαμένο παιδί μου εγώ θα έτρωγα; Θα στόλιζα το σπίτι μου να το υποδεχθώ».
Την τελευταία εικοσαετία της ζωής της έτρωγε μόνο ψωμί, νερό και ξύδι.
Κάποτε θα πήγαινε στην Αθήνα για μια εβδομάδα, διότι θα έκανε εγχείρηση ο αδελφός της. Μια γνωστή της έψηνε ψωμί από καλαμπόκι και της έδωσε μια φέτα. Το δέχθηκε με μεγάλη χαρά γιατί ήξερε ότι η γυναίκα αυτή χάραξε τον σταυρό πάνω στο ψωμί. Όταν γύρισε από την Αθήνα ευχαρίστησε την γυναίκα πού της έδωσε το ψωμί, και της εκμυστηρεύτηκε ότι αυτό το ψωμάκι ήταν η τροφή της για όλη την εβδομάδα πού πέρασε στην Αθήνα. Έτρωγα λίγο κάθε μέρα και ερχόταν ο Κύριος και μου το αυγάταινε (αύξανε)”.
Πριν την κοίμηση της για ένα διάστημα αρκείτο μόνο σ’ ένα κουταλάκι αγίασμα, στο αντίδωρο και φυσικά στην θεία Κοινωνία. Σε κάποιον που την ρώτησε τι είχε φάει, απάντησε ότι έφαγε μόνο αντίδωρο πού είχε κρατήσει από την θεία Λειτουργία ότι μ’ αυτό ήταν χορτασμένη και θα την κρατήσει για κ’ ανά – δυό μέρες ακόμη.
Αφού πάντρεψε τα παιδιά της, από την ηλικία των 45 ετών σταμάτησε τις αγροτικές εργασίες και αφοσιώθηκε στην άσκηση και στην προσευχή. η ζωή της πλέον ήταν μια συνεχής προσευχή στο σπίτι και στην Εκκλησία, όπου τακτικά πήγαινε και κοινωνούσε συχνά…

Η ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΟΤΗΤΑ ΤΗΣ

Το καθημερινό τυπικό της ήταν περίπου το εξής: Κοιμόταν μέχρι δύο ώρες το ημερονύκτιο από τις 3 μέχρι τις 4.30 τη νύχτα. Έκανε κομποσχοίνι γονατιστή και μεγάλες μετάνοιες. Έκανε όλες τις ακολουθίες κάθε ήμερα. Το Μεσονυκτικό και τον Όρθρο τα διάβαζε με το αμυδρό φως από το καντήλι και με ένα κεράκι. Μελετούσε πολύ την Αγία Γραφή και πατερικά βιβλία. Την ημέρα, διάβαζε, έκανε την ακολουθία των Ωρών και προσευχή. Σε όσους την θαύμαζαν πού μπορούσε και αφιέρωνε την ήμερα της στο διάβασμα έλεγε πώς χρόνος υπάρχει για όλους.
Και μια σελίδα την ημέρα να διαβάζεις είναι αρκετό, αρκεί να γίνεται με πίστη.
Όλα αυτά τα έκανε με ευλογία από τον πνευματικό της π. Μητροφάνη, ο οποίος της είχε δώσει τον κανόνα της προσευχής. Την Μ. Σαρακοστή, έκανε το Μεγάλο Απόδειπνο και όταν κάποιος την διέκοπτε δεν το συνέχιζε, αλλά το άρχιζε πάλι από την αρχή…
Όταν γινόταν αγρυπνία σε κάποια Εκκλησία ήταν πάντα πρώτη. Συνήθως την ακολουθούσαν και γυναίκες από τα γύρω χωριά. Πολλές νύχτες συγκέντρωνε τις γυναίκες στο σπίτι της και έκαναν ομαδική προσευχή.
Από την ηλικία των 30 ετών έραψε ένα τρίχινο σάκκο και τον φορούσε κατάσαρκα σ’ όλη την ζωή της, για άσκηση και κακοπάθεια. Κανείς δεν το ήξερε. Για 54 χρόνια τον φορούσε και ποτέ δεν τον έπλυνε. Πριν από την κοίμηση της άφησε εντολή στην κόρη της να μην τον πλύνει ποτέ. Όσοι τον είδαν μαρτυρούν ότι φαίνεται σαν να βγήκε από πλυντήριο και μοσχοβολά (ευωδιάζει).

ΧΩΡΙΣ ΚΑΘΟΛΟΥ ΛΕΦΤΑ

Παρ’ όλο που ζούσε μέσα στον κόσμο, ο πόθος της για τον Μοναχισμό και την Εκκλησία την έκαναν να μετατρέψει το δωμάτιό της σ’ ένα μοναχικό κελλί. Ό,τι χαρτάκι εύρισκε πού είχε φωτογραφία κάποιου αγίου το κολλούσε στον τοίχο, δημιουργώντας μια ξεχωριστή ατμόσφαιρα.
Δεν αγαπούσε τα χρήματα, ήταν ανάργυρη. Το μόνο που την ενδιέφερε ήταν να μπορεί να κάνει ελεημοσύνες και να βοηθά τον κόσμο. Όλη την σύνταξη της την μοίραζε σε ελεημοσύνες.
Όταν τα παιδιά της, επίσης της έδιναν χρήματα, τα διέθετε και αυτά για να βοηθά φτωχούς. Έλεγε στα παιδιά της: «Τα χρήματα αυτά που δίνω, δεν είναι δικά μου. Πιάνονται (λογίζονται) σε σας, γιατί δικά σας είναι».
Απέφευγε μάλιστα να πιάνει με τα χέρια της τα χρήματα, αλλά με μια χαρτοπετσέτα ή με ένα κομμάτι ύφασμα. Και όταν πήγαινε να ψωνίσει άνοιγε το πορτοφόλι ή την χαρτοπετσέτα και έπαιρνε ο μπακάλης μόνος του. Από το σπίτι της έβγαινε τη νύχτα κρυφά, να μην την βλέπουν, και πήγαινε σε φτωχά σπίτια, άφηνε έξω από την πόρτα ό,τι είχε και έφευγε.
Στον φούρναρη είχε δώσει παραγγελία να εφοδιάζει με ψωμί μια φτωχή οικογένεια, χωρίς να
μάθει κανείς τίποτε. Το είπε στην κόρη της μόνο πριν κοιμηθεί, και της άφησε παρακαταθήκη να συνεχίσει την ελεημοσύνη. Η Λαμπρινή συμβούλευε:
«Μεγάλη ευλογία έχει ο άνθρωπος που κάνει ελεημοσύνη. Όταν κάνετε ελεημοσύνη δεν θα δίνετε αυτό που είναι για πέταμα, αλλά θα δίνετε για τον ξένο και τον φτωχό το καλύτερο. Οι γονείς να μην στενοχωρούνται που δεν έχουν ν’ αφήσουν περιουσία στα παιδιά τους, αλλά να φροντίζουν για την κατά Θεόν πρόοδό τους και τα υπόλοιπα θα τα τακτοποιήσει ο Θεός».
Επισκεπτόταν αρρώστους χωρίς φόβο να κωλύσει κάτι, αφού πολλές φορές κοινωνούσε πρώτα ο άρρωστος (ετοιμοθάνατος) και αμέσως εκείνη, γιατί δεν φοβόταν τον θάνατο, αντίθετα θεωρούσε πώς θα την έφερνε πιο κοντά στον Θεό.
Κάποτε πήγε να προσκυνήσει τον Άγιο Σπυρίδωνα στην Κέρκυρα με ένα παιδάκι που το είχε βαφτίσει, χωρίς να έχει μαζί της χρήματα. Όμως με την βοήθεια του Θεού πήγαν και γύρισαν, χωρίς να τους ζητήσουν χρήματα ούτε στο λεωφορείο ούτε στο καράβι.

ΠΝΕΥΜΑΤΙΚΗ ΜΗΤΕΡΑ

Η γιαγιά Λαμπρινή αγαπούσε τον Χριστό, αγωνιζόταν περισσότερο από μοναχή, προσευχόταν συνέχεια και μετέδιδε την θεία Χάρη. Πολλοί πήγαιναν να την δουν, να την συμβουλευθούν και να ζητήσουν την προσευχή της.
Ολόκληρα λεωφορεία σταματούσαν στο φτωχικό της. Δεχόταν όλους τους ανθρώπους αδιαμαρτύρητα, πολλές φορές χωρίς ούτε μια διακοπή στην διάρκεια της ημέρας.
Οι επισκέψεις στο σπίτι της ήταν καθημερινές. Δεν υπήρχε ωράριο. Ο καθένας ερχόταν οπότε ήθελε και έφευγε όταν ήθελε. Δεχόταν τους πάντες αγόγγυστα. Όταν ήταν μόνη της διάβαζε ή προσευχόταν. Για να ξεμουδιάσει έβγαινε και έκανε περίπατο, όχι στο χωριό, αλλά στον κήπο με τις πορτοκαλιές και έλεγε την ευχή (Κύριε Ιησού Χριστέ ελέησόν με).
Ο λόγος της ήταν πάντα για την υπομονή. Έλεγε: «Εμείς Οι χριστιανοί θα περάσουμε εδώ μεγάλες δοκιμασίες, ακόμα και μέσα στην ίδια την οικογένεια μας. Θα πρέπει να δείχνουμε υπομονή, αγάπη, και να κάνουμε ελεημοσύνες». Σε όσους είχαν οικογενειακά προβλήματα τους παρακαλούσε να μη διαλύσουν την οικογένεια τους. «Ο πειρασμός σας βάζει», έλεγε.
Σε νέους πού την επισκέπτονταν συμβούλευε: «Αποφάσισες να παντρευτείς; Θα κάνεις υπομονή και όχι μία, αλλά πολλές. Να εκκλησιάζεστε τακτικά, να εξομολογείστε, να κοινωνάτε και να προσεύχεσθε. Όταν κάνετε αυτά, θα πάτε κοντά στον Χριστό να χαίρεστε για πάντα».
Αν και δεν είχε σπουδάσει, όμως διάβαζε πολλά πνευματικά βιβλία, τα κατανοούσε και τα εξηγούσε.
Άνθρωποι εγγράμματοι – ακόμη και καθηγητές Πανεπιστημίου – πήγαιναν να ακούσουν την γιαγιά Λαμπρινή. Την είχαν σε ιδιαίτερη ευλάβεια γιατί η ζωή της ήταν τελείως δοσμένη στον Χριστό, αλλά και γιατί έβλεπαν να ενεργεί η θεία Χάρη μέσω αυτής θαυμαστά έργα.
Αρπαζόταν πολλές φορές ο νους της και έβλεπε τα αθέατα μυστήρια του μέλλοντος αιώνος, η προσευχή της εισακούετο, γνώριζε τα κρύφια των ανθρώπων, και προέβλεπε γεγονότα του μέλλοντος.

ΕΝΑΣ ΑΓΓΕΛΟΣ ΒΡΙΣΚΕΙ ΓΑΜΠΡΟ ΓΙΑ ΤΟ ΠΑΙΔΙ ΤΗΣ !
Διηγήθηκε η γιαγιά Λαμπρινή: «Η κόρη μου Σταθούλα είχε περάσει τα δεκαοχτώ της και ήταν καιρός για παντρειά. Άρχισαν τα προξενιά αλλά δεν μ’ ανέπαυαν οι γαμπροί. Ήταν ευκατάστατοι, καλοί άνθρωποι, αλλά με σαλεμένη καθαρότητα. Εκείνα τα χρόνια δεν είχε τόσο λόγο η νύφη για την επιλογή του γαμπρού, και επειδή είχα την μέριμνα του γαμπρού, ήθελα πρώτα απ’ όλα να είναι καθαρός, αγνός. Η Σταθούλα δεν είχε κλίση για καλογερική, όπως εγώ, και έπρεπε να βρεθεί γαμπρός».
Μια μέρα το βράδυ που πήγα στο κρεββάτι να κοιμηθώ, πήρα ως συνήθως να διαβάσω ένα βιβλίο, και ήμουν στενοχωρημένη γιατί δεν βρισκόταν ο γαμπρός. Ο άνδρας μου κοιμόταν χωριστά για να μην τον ενοχλώ.
Μόλις είχε πάρει ο ύπνος τον άνδρα μου, άνοιξε το παράθυρο μόνο του, και μπήκε ο φύλακας Άγγελός μου. Πήρε το πνεύμα μου. Στο κρεββάτι μου έμεινε το σώμα μου μισοπεθαμένο. Βαδίζαμε – βαδίζαμε χωρίς να ξέρω που πάμε. Φθάσαμε στην Πρέβεζα. Μου λέει: «Μην σταματάς καθόλου. Θέλουμε να πάμε στην Λευκάδα». Εγώ δεν ήξερα που είναι η Λευκάδα.
Φθάσαμε στο νησί, πήγαμε σ’ ένα σπίτι στην εξώπορτα.
Μου λέγει ο Άγγελος:
Κάθησε εδώ και εγώ θ’ ανοίξω την πόρτα. Να κοιτάς μέσα…
Άνοιξε την πόρτα του σπιτιού και είδα ένα νέο όρθιο, με κουστούμι, με την πλάτη γυρισμένη. Γύρισε τότε να κλείσει την πόρτα, γιατί του φάνηκε ότι άνοιξε μόνη της, και τον είδα και από μπροστά. Ο Άγγελος ήταν πνεύμα, και εγώ στην αυλή και δεν μας έβλεπε…
- Σου αρέσει για γαμπρός στην κόρη σου;
- Καλός είναι αλλά είμαστε μακρυά.
- Άγγελος είναι και αυτός, όπως και εγώ.
- Άγγελο θα πάρει η κόρη μου; Άνθρωπος είναι, πώς θα πάρει Άγγελο; ( αυτός όμως εννοούσε την καθαρότητα του).
- Από τώρα δεν θα κάνεις άλλο συνοικέσιο για την κόρη σου ό,τι και να σου λένε οι άλλοι, θα περιμένεις λίγα χρόνια, λόγω κάποιων δυσκολιών, αλλά θα σου τον φέρω τον γαμπρό μόνο του και θα βρει την κόρη σου…
Ξεκινήσαμε την επιστροφή με τον ίδιο τρόπο. Πέρασαν τρία χρόνια και πήγε η κόρη μου με τον γιό μου σ’ ένα ζαχαροπλαστείο. Εκεί ήταν ο γαμπρός. Μόλις την είδε ήρθε και την ζήτησε σε γάμο. Κατάλαβα ότι ήταν αυτός που ήθελε ο Θεός. Τον δεχτήκαμε και δόξασα τον Θεό για την μεγαλοσύνη Του.

ΣΤΗΝ ΚΟΛΑΣΗ ΚΑΙ ΣΤΟΝ ΠΑΡΑΔΕΙΣΟ

Άλλη φορά, όπως διηγήθηκε, η Παναγία της έδειξε την κόλαση και τον παράδεισο: «Το 1982 ήμουν στην σπηλιά της Αγίας Παρασκευής στου Χανόπουλου. Προσευχόμουν μέσα στην σπηλιά με άλλες γυναίκες και σκέφτηκα: «Αχ, σπηλιά, που να σ’ εύρισκα, να ‘ναι δική μου αυτή η σπηλιά…»
-Όχι, όχι, μου είπε μια φωνή. Η σπηλιά η δική σου είναι της Παρθένου (της Παναγίας δηλαδή).
-Που είναι αυτή η σπηλιά;
-Θα σου την βρω εγώ, αλλά μετά από καιρό.
Πέρασαν πέντε χρόνια για νάρθει ο καιρός. Εγώ στο διάστημα αυτό έψαχνα. Άκουγα για σπηλιά και έπαιρνα καμμιά γυναίκα για παρέα και πήγαινα. Το βράδυ πού γύριζα στο σπίτι και έκανα προσευχή άκουγα φωνή: «Όχι αυτού, παιδί μου. Άδικα κουράστηκες».
Μία μέρα με κάλεσε η ξαδέλφη μου στην Άρτα για δουλειά. Εκεί μίλησε για μια σπηλιά που θα πήγαινε την άλλη μέρα με άλλες γυναίκες. Αποφάσισα να πάω. Ξεκινήσαμε το πρωί στις πέντε με τα πόδια.
Μόλις φθάσαμε η σπηλιά δεν φαινόταν εξωτερικά παρά μόνο δυο τρύπες πού χωρούσες σφηνωτά. Κοντά στην είσοδο της σπηλιάς είχε και εκκλησάκι. Είχα πάρει μαζί μου λαμπάδες και κεριά. Αναρωτήθηκα: «Είναι άραγε αυτή η σπηλιά»; Και άκουσα φωνή: «Εδώ μέσα είμαι. Κράτησε μια λαμπάδα για να μπεις στην σπηλιά».
Για να ξεφύγω τις γυναίκες είπα ότι είμαι κουρασμένη και θα καθίσω λίγο να ξεκουραστώ.
Μόλις αυτές μπήκαν στο Εκκλησάκι, άναψα την λαμπάδα και μπήκα μέσα στην σπηλιά.
Ήταν μεγάλη η σπηλιά. Μέσα είδα την Παναγία καθαρά, έσκυψα και την προσκύνησα. Τότε ξέχασα τα πάντα, ήθελα να μείνω για πάντα εκεί σ’ όλη μου την ζωή. Προσκυνούσα συνέχεια την Παναγία και μου είπε:
- Φθάνει. Θα δεις πολλά εδώ μέσα, θα δεις τον άλλο κόσμο. Αυτά που θα δεις εσύ, να τα ομολογήσεις σε πρόσωπα που τα αγαπάνε αυτά. Άμα βλέπεις αδιαφορία, δεν θα λες τίποτε. Και στις γυναίκες έξω αδιαφορία θα δείξεις άμα βγεις. Αν σε ρωτήσουν θα πεις πήγα να προσευχηθώ μέσα στην σπηλιά. Τώρα όμως βγες έξω αμέσως διότι σε ζητάνε. Μετά απόφευγε τις με τρόπο και ξαναμπές να συνεχίσουμε. Θα τις ετοιμάσω και εγώ εσωτερικά να δεχθούν ό,τι τους πεις.
Βγήκα έξω και τις καθησύχασα διότι με ψάχνανε και φωνάζανε. Είχε αλλοιωθεί το πρόσωπό μου από την συνάντηση με την Παναγία, το κατάλαβαν και μου έλεγαν: «Γιατί είσαι έτσι; Τι έπαθες»;
Εγώ δικαιολογήθηκα ότι φοβήθηκα λίγο στο σκοτάδι της σπηλιάς και χλώμιασα. Τους είπα ότι θα ξαναμπώ στην σπηλιά να προσευχηθώ και αυτές το δέχθηκαν. Άναψα την λαμπάδα και ξαναμπήκα. Η Παναγία με περίμενε και μου είπε: «Μη φοβάσαι τώρα. Οι γυναίκες θα σε περιμένουν, και μόλις σε δουν θα πουν: Δόξα σοι ο Θεός».

  Η βιογραφία της υπάρχει -μαζί με άλλων σύγχρονων αγίων- στο βιβλίο Ασκητές μέσα στον κόσμο.

Τρίτη, 26 Ιουνίου 2012

Οσιομάρτυρας Δαυίδ(Αγιορείτης)

Ο Άγιος Νεομάρτυς και Οσιομάρτυς Δαβίδ καταγόταν από τις Κυδωνιές (Αϊβαλί), πόλη της Μ. Ασίας. Σε νεαρή ηλικία ήλθε στο Άγιον Όρος και εκάρη μοναχός στη Σκήτη της Αγίας Άννης. Ζούσε κοντά στον γέροντά του την θεάρεστη ζωή των μοναχών. Πρωτοστάτησε για την εκ βάθρων ανακαίνιση των ναών της Μεταμορφώσεως στην κορυφή του Άθω και της Παναγίας πιο κάτω, καθώς και την κατασκευή δεξαμενών για τη συγκέντρωση πόσιμου νερού, για την εξυπηρέτηση των μοναχών και των προσκυνητών. Για τον λόγο αυτό είχε πάει στη Σμύρνη της Μ. Ασίας, όπου συγκέντρωσε χρήματα από τους ευσεβείς χριστιανούς και με τα χρήματα αυτά έγινε η ανακατασκευή των ναών.
Ο ενάρετος αυτός μοναχός έχοντας φλογερό πόθο να μαρτυρήσει για τον Χριστό, πήγε στη Μαγνησία της Μ. Ασίας, όπου προκάλεσε συζήτηση με κάποιους Τούρκους για θέματα πίστεως. Αυτοί τον μαστίγωσαν, τον πλήγωσαν στο κεφάλι και τον έδιωξαν κακήν κακώς, δεν τον θανάτωσαν όμως, προς μεγάλη του λύπη. Επέστρεψε στο Άγιο Όρος, στον γέροντά του, ο οποίος προσπαθούσε, αναλογιζόμενος τους κινδύνους μιας τέτοιας απόφασης, να τον αποτρέψει από την επιθυμία του. Ο Δαβίδ όμως έφυγε για τις Καρυές, όπου βρισκόταν ο επίσκοπος Παγκράτιος, πρώην Χριστουπόλεως, τον οποίο συμβουλεύτηκε και, αφού έλαβε ευλογία και συγχώρηση, ήλθε στη Θεσσαλονίκη.
Τον ίδιο καιρό στη Βατοπεδινή σκήτη του Αγίου Δημητρίου ζούσε κάποιος μοναχός, ο οποίος εξαιτίας υπερηφάνειας πλανήθηκε σε σημείο να δεχθεί οράματα δαιμόνων, οι οποίοι τον παρότρυναν να ασπασθεί τη δυσσεβή πλάνη του Μωάμεθ, για να περάσει καλά και σ’ αυτή τη ζωή και στην άλλη. Όταν το έμαθαν οι άλλοι πατέρες τον έκλεισαν στην καλύβη του για να μη διαφύγει και γίνει παίγνιο των δαιμόνων.
Αυτός όμως, σκοτισμένος από τις σατανικές συμβουλές, πήδηξε τη νύχτα από ένα παραθυράκι χωρίς να πάθει μάλιστα τίποτα και έφυγε για τη Θεσσαλονίκη. Λίγο έξω απ’ αυτήν βρήκε κάποιο Τούρκο να κοιμάται στο ύπαιθρο και το άλογό του δίπλα δεμένο. Πήρε το άλογο και έφτασε έφιππος στην πόλη. Οι φρουροί της πύλης τον ρώτησαν τι θέλει και τους είπε πως είναι αγιορείτης μοναχός, πως έμαθε για τη θρησκεία τους και θέλει να γίνει μουσουλμάνος. Αυτοί με πολλή χαρά τον οδήγησαν στον Κριτή. Στο μεταξύ τον ρώτησαν που βρήκε το άλογο καθώς απαγορευόταν οι υπόδουλοι να έχουν άλογα και τους απάντησε πως του το χάρισε ο Μωάμεθ. Το πουλάει μάλιστα είπε τριάντα γρόσια, εκείνοι του έδωσαν τριάντα αργύρια. Ήρθε όμως ύστερα ο κάτοχος του αλόγου και αποδείχτηκε η πλάνη του. Όλα αυτά προξένησαν μεγάλη λύπη στους χριστιανούς και αντίθετα αγαλλίαση και χαρά στους αγαρηνούς και τους εβραίους.
Ο Δαβίδ, όταν έμαθε τα γεγονότα με τον μοναχό, αποφάσισε να τον συναντήσει κρυφά και να προσπαθήσει να τον συμβουλεύσει μήπως και ανανήψει. Αν δε γινόταν αντιληπτός, ήταν έτοιμος να ομολογήσει και έτσι να επιτύχει τον σκοπό για τον οποίο είχε έλθει. Οι Τούρκοι πρόσεχαν μήπως πάει κανένας χριστιανός και τον μεταστρέψει. Ο μοναχός Δαβίδ προσποιήθηκε πως έχει κάποια υπόθεση μαζί του και πρέπει να μιλήσουν. Έτσι τον άφησαν. Εκείνος τότε άρχισε να τον νουθετεί, ώστε να τον φέρει σε επίγνωση και μετάνοια. Τον άκουσε όμως κάποιος Τουρκαλβανός που ήξερε ελληνικά και αμέσως τον συνέλαβαν, τον έδεσαν, και τον πήγαν στον κριτή. Όταν τ’ άκουσε ο κριτής έδωσε διαταγή ν’ απαγχονιστεί αμέσως, μήπως και γίνει αιτία ν’ αλλάξει γνώμη ο άλλος. Πράγματι, χωρίς αργοπορία, αν και είχε νυχτώσει, τον απαγχόνισαν.
Ο μαρτυρικός του θάνατος προξένησε μεγάλη χαρά στους Χριστιανούς, αντίβαρο της λύπης που γεύτηκαν με την άρνηση του άλλου ψευδομοναχού, τον οποίο τελικά οι ασεβείς οδήγησαν να περιτμηθεί και τον συνέζευξαν και με μια άσεμνη Οθωμανίδα και δυστυχώς πολύ γρήγορα είχε άσχημο θάνατο, τελειώνοντας τη ζωή του μέσα στην πλάνη.
Ο δε μακάριος Δαβίδ με τον διπλό στέφανο της ασκήσεως και του μαρτυρίου συναγάλλεται μετά των αγίων Οσιομαρτύρων, πρεσβεύοντας για μας. 
Τιμάται η μνήμη του στις 26 Ιουνίου.

Σάββατο, 23 Ιουνίου 2012

Παράδεισος και Κόλαση στην Ορθόδοξη Παράδοση

 Στα Ευαγγέλια (Ματθ.κεφ.25) γίνεται λόγος για «βασιλεία» και «πυρ αιώνιον». Στην περικοπή αυτή, που διαβάζεται στη Λειτουργία της Κυριακής της Απόκρεω, «βασιλεία» είναι ο κατά Θεόν προορισμός του ανθρώπου. Το «πυρ» είναι «ητοιμασμένον» για τον διάβολο και τους αγγέλους του (δαίμονες), όχι διότι το θέλησε ο Θεός, αλλά διότι αυτοί δεν μετανοούν. Η «βασιλεία» είναι «ητοιμασμένη»  για τους πιστούς στο θέλημα του Θεού. «Βασιλεία» (=άκτιστη δόξα) είναι ο παράδεισος, «πυρ» (αιώνιο) είναι η κόλαση («κόλασις αιώνιος»,στ.46). Στην αρχή της ιστορίας ο Θεός καλεί στον παράδεισο, στην κοινωνία με την άκτιστη Χάρη Του. Στο τέλος της ιστορίας ο άνθρωπος αντιμετωπίζει παράδεισο και κόλαση. Τι σημαίνει αυτό θα το δούμε στη συνέχεια. Σπεύδουμε όμως να πούμε, ότι είναι κεντρικότατο θέμα της πίστεως μας, λυδία λίθος του Χριστιανισμού ως Ορθοδοξίας.
1. Ο λόγος για παράδεισο και κόλαση στην Καινή Διαθήκη είναι συχνός. Στο Λουκ.23,43 ο Χριστός λέει στον ληστή: «σήμερον μετ’ εμού έση εν τω  παραδείσω». Στο παράδεισο όμως αναφέρεται και ο ληστής λέγοντας(23.42): «μνήσθητι μου Κύριε […] εν τη βασιλεία σου». Κατά τον Βουλγαρίας Θεοφύλακτο (P.G.123,1106) «ο γαρ ληστής έστι μεν εν παραδείσω, ήτοι τη βασιλεία». Ο Απ. Παύλος (Β’Κορ. 12, 3-4) ομολογεί ότι ήδη σ’ αυτόν τον κόσμο, «ηρπάγη εις τον παράδεισον και ήκουσεν άρρητα ρήματα, α ουκ εξόν ανθρώπω λαλήσαι». Στην Αποκάλυψη διαβάζουμε : «Τω νικώντι δώσω αυτώ φαγείν εκ του ξύλου της ζωής, ο έστιν εν τω παραδείσω του Θεού μου» (2,7) Και ο Αρέθας Καισαρείας ερμηνεύει: «παράδεισον την μακαρίας και αιωνίζουσαν εκληπτέον ζωήν». (P.G. 106,529). Παράδεισος-αιώνιος ζωή-βασιλεία Θεού ταυτίζονται.
Για την κόλαση: Ματθ.25.46 («εις κόλασιν αιώνιον»), 25,41 (πυρ αιώνιον), 25,30 «σκότος εξώτερον», 5,22 «γέεννα πυρός». Α΄ Ιω. 4,18 («…ότι ο φόβος κόλασιν έχει»). Με όλους αυτούς τους τρόπους δηλώνεται αυτό που εννοούμε με τον όρο «κόλασις».
2. Παράδεισος και κόλαση δεν είναι δυο διαφορετικοί τόποι. Αυτή η εκδοχή είναι ειδωλολατρική. Είναι δύο διαφορετικές καταστάσεις (τρόποι), που προκύπτουν από την ίδια άκτιστη πηγή και βιώνονται ως δυο διαφορετικές εμπειρίες. Ή μάλλον είναι η ίδια εμπειρία, βιούμενη διαφορετικά από τον άνθρωπο, ανάλογα με τις εσωτερικές προϋποθέσεις του. Η εμπειρία αυτή είναι η θέα του Χριστού μέσα στο άκτιστο φως της θεότητάς Του, μέσα στη «δόξα» Του. Από τη Β’ Παρουσία και σ’ όλη την ατελεύτητη αιωνιότητα, όλοι οι άνθρωποι θα βλέπουν τον Χριστό στο άκτιστο φως Του. Και τότε «εκπορεύσονται οι τα αγαθά ποιήσαντες εις ανάσταστιν ζωής, οι δε τα φαύλα πράξαντες εις ανάστασιν κρίσεως» (Ιω.5.29). Ενώπιον του Χριστού χωρίζονται οι άνθρωποι («πρόβατα» και «ερίφια», δεξιά και αριστερά Του). Διακρίνονται δηλαδή σε δύο ομάδες. Αυτούς που βλέπουν τον Χριστό ως παράδεισο («υπέρκαλον αγλαΐαν») και αυτούς που Τον βλέπουν ως κόλαση («πυρ καταναλίσκον», Εβρ.12,29).
Παράδεισος και κόλαση είναι η ίδια πραγματικότητα. Αυτό δείχνει ο εικονισμός της Β΄ Παρουσίας. Από τον Χριστό απορρέει ένας ποταμός, φωτεινός ως χρυσίζον φως, στο άνω μέρος, όπου βρίσκονται οι άγιοι και ποταμός πύρινος στο κάτω μέρος, όπου βρίσκονται οι δαίμονες και οι αμετανόητοι («οι μηδέποτε μετανοήσαντες», όπως λέγει ένα τροπάριον των Αίνων της ημέρας). Γι’ αυτό στο Λουκ. 2,34 λέγεται περί του Χριστού ότι «κείται εις πτώσιν και ανάστασιν πολλών». Ο Χριστός γίνεται σε άλλους μεν, όσους Τον δέχθηκαν και ακολούθησαν την προτεινόμενη από Αυτόν θεραπεία της καρδιάς, ανάστασις στην αιώνια ζωή Του και σ’ όλους που Τον απέρριψαν, πτώση και κόλαση.
Πατερικές μαρτυρίες: Ο άγιος Ιωάννης ο Σιναΐτης (Κλίμαξ) λέγει, ότι το άκτιστο φως του Χριστού είναι «πυρ καταναλίσκον και φωτίζον φως». Ο άγιος Γρηγόριος ο Παλαμάς (Ε.Π.Ε 11,498) παρατηρεί: «Ούτος, φησί, βαπτίσει υμάς εν Πνεύματι Αγίω και πυρί· τω φωτιστικώ δηλονότι και κολαστικώ, κατ’ αξίαν εκάστου της εαυτού διαθέσεως κομιζομένου το κατάλληλον». Και αλλού (Συγγράμματα, εκδ. Χρήστου, Β’ σ.145): Το φως του Χριστού «ει δ’ εν ον, τοις πάσιν μεθεκτόν, ου ενιαίως, αλλά διαφόρως μετέχεται…».
Συνεπώς, παράδεισος και κόλαση δεν είναι απλώς ανταμοιβή και τιμωρία (καταδίκη), αλλά ο τρόπος με τον οποίο βιώνουμε καθένας μας τη θέα του Χριστού, ανάλογα με την κατάσταση της καρδιάς μας. Ο Θεός ουσιαστικά, δεν τιμωρεί, μολονότι για παιδαγωγικούς λόγους και στη Γραφή γίνεται λόγος για τιμωρία. Όσο πνευματικότερος γίνεται κανείς, τόσο ορθότερα κατανοεί τη γλώσσα της Γραφής και της παραδόσεώς μας. Η κατάσταση του ανθρώπου (καθαρός-ακάθαρτος, μετανοημένος-αμετανόητος) συντελεί στο να δεχόμεθα το Φως του ως παράδεισο ή κόλαση.
3. Το ανθρωπολογικό πρόβλημα στην Ορθοδοξία είναι, πώς ο άνθρωπος θα βλέπει αιώνια τον Χριστό ως παράδεισο και όχι ως κόλαση. Πώς θα μετέχει, δηλαδή, στην ουράνια και αιώνια «βασιλεία» Του. Και εδώ φαίνεται η διαφορά του Χριστιανισμού ως Ορθοδοξίας από τα διάφορα θρησκεύματα. Τα τελευταία υπόσχονται κάποια «ευδαιμονία» και μάλιστα μετά θάνατον. Η Ορθοδοξία δεν είναι ζήτηση ευδαιμονίας, αλλά θεραπεία από την αρρώστια της θρησκείας, όπως συνεχώς κηρύσσει πατερικά ο π. Ιωάννης Ρωμανίδης. Η Ορθοδοξία είναι ένα ανοικτό νοσοκομείο μέσα στην ιστορία («ιατρείον πνευματικόν» κατά τον Ι. Χρυσόστομο), που προσφέρει τη θεραπεία της καρδίας (κάθαρση) για να προχωρήσει κανείς στον «φωτισμό» της από το Άγιο Πνεύμα και τελικά να φθάσει στη «θέωση», τον μοναδικό προορισμό του ανθρώπου. Αυτή η πορεία, όπως πληρέστατα έχουν περιγράψει ο π. Ιωάννης Ρωμανίδης και ο Σεβασμ. Μητροπολίτης Ναυπάκτου κ. Ιερόθεος (Βλάχος), είναι η θεραπεία του ανθρώπου, όπως την βιώνουν όλοι οι Άγιοι μας.
Η ζωή στο σώμα του Χριστού (στην Εκκλησία) αυτό το νόημα έχει. Αυτός είναι ο λόγος υπάρξεως της Εκκλησίας. Σ’ αυτό αποβλέπει όλο το λυτρωτικό έργο του Χριστού. Ο Άγιος Γρηγόριος ο Παλαμάς (Δ’ Ομιλία περί Β’ Παρουσίας) λέγει, ότι η προαιώνια βουλή του Θεού για τον άνθρωπο είναι να «χωρήσαι την μεγαλειότητα της θείας βασιλείας». Να φθάσει ο άνθρωπος στη θέωση. Αυτός είναι ο σκοπός της δημιουργίας. Και συνεχίζει : «Αλλά και η θεία και απόρρητος κένωσις, η θεανδρική πολιτεία, τα σωτήρια πάθη, τα μυστήρια πάντα (δηλαδή όλο το επί γης έργο του Χριστού) δια τούτο το τέλος (σκοπό) προμηθώς (προνοητικώς) και πανσόφως προωκονόμηται».
4.Σημασία όμως έχει, ότι δεν ανταποκρίνονται όλοι οι άνθρωποι σ’ αυτή την πρόσκληση του Χριστού και γι’ αυτό δεν μετέχουν όλοι κατά τον ίδιο τρόπο στην άκτιστη δόξα Του. Αυτό διδάσκεται από τον Χριστό στην παραβολή του πλουσίου και του πτωχού Λαζάρου (Λουκ, κεφ. 16). Ο άνθρωπος αρνείται την προσφορά του Χριστού, γίνεται εχθρός του Θεού και απορρίπτει την προσφερόμενη από τον Χριστό σωτηρία (Αυτό είναι η βλασφημία κατά του Αγίου Πνεύματος, διότι εν Αγίω Πνεύματι δεχόμεθα την κλήση του Χριστού). Αυτοί είναι οι «μηδέποτε μετανοήσαντες» του ύμνου. Ο Θεός «ουδέποτε εχθραίνει», παρατηρεί ο Ι. Χρυσόστομος, εμείς γινόμασθε εχθροί Του (εχθραίνομεν), Τον απορρίπτουμε. Ο αμετανόητος άνθρωπος δαιμονοποιείται, επειδή αυτός το επιλέγει. Ο Θεός δεν το θέλει αυτό. Γρηγόριος Παλαμάς: «…ου γαρ εμόν εστί τούτο προηγούμενον θέλημα, ουκ εις τούτο υμάς εποίησα, ουκ εφ’ υμάς ητοίμασα την πυράν· δια τους αμετάβλητον έχοντας της κακίας την έξιν δαίμονας προανκαύθη το άσβεστον πυρ, οις υμάς συνήψεν η κατ’ εκείνους αμετανόητος γνώμη». «Αυθαίρετος (=εκούσια) εστίν η μετά των πονηρών αγγέλων συμβίωσις» (όπ.π) Είναι δηλαδή ελεύθερη επιλογή του ανθρώπου.
Πλούσιος και Λάζαρος βλέπουν την ίδια πραγματικότητα, τον Θεό στο άκτιστο φως Του. Ο πλούσιος φθάνει στην Αλήθεια, στη θέα του Χριστού, αλλά δεν μπορεί να μετάσχει σ’ αυτήν, όπως ο Λάζαρος. Ο Λάζαρος «παρακαλείται» (παρηγορείται), εκείνος όμως «οδυνάται» (βασανίζεται). Ο λόγος του Χριστού «έχουσι Μωσέα και τους προφήτας», για αυτούς που είναι ακόμη στον κόσμο αυτό, σημαίνει ότι όλοι είμεθα αδικαιολόγητοι. Διότι υπάρχουν οι Άγιοι, που έχουν την εμπειρία της θεώσεως και μας καλούν να ενταχθούμε στον τρόπο της δικής τους ζωής και να φθάσουμε στη θέωση, όπως εκείνοι. Άρα, οι κολαζόμενοι, όπως ο πλούσιος, είναι αδικαιολόγητοι.
Η στάση προς τον συνάνθρωπο δείχνει την εσωτερικότητα του ανθρώπου και για αυτό είναι το κριτήριο της Κρίσεως κατά τη Β’ Παρουσία (Ματθ. Κεφ. 25). Δεν σημαίνει ότι, παραθεωρείται η πίστη, η πιστότητα του ανθρώπου στον Χριστό. Αυτή προϋποτίθεται, διότι η στάση απέναντι στον άλλο δείχνει, αν έχουμε Θεό μέσα μας ή όχι(πρβλ ανάλογες φράσεις στην ποτισμένη από την ορθοδοξία γλώσσα μας: ο αθεόφοβος· δεν έχει Θεό μέσα του…) Οι πρώτες Κυριακές του Τριωδίου στρέφονται γύρω από τη στάση μας απέναντι στον συνάνθρωπο. Την πρώτη Κυριακή ο Φαρισαίος (φαινομενικά ευσεβής) δικαιώνει (αγιοποιεί) τον εαυτό του και απορρίπτει (εξουθενώνει) τον Τελώνη. Την β’ Κυριακή ο «πρεσβύτερος» αδελφός (επανάληψη του ευσεβοφανούς Φαρισαίου) λυπείται για την επιστροφή (σωτηρία) του αδελφού του. Φαινομενικά ευσεβής και αυτός, είχε νόθο ευσέβεια, που δεν γεννούσε αγάπη. Την γ’ Κυριακή (Απόκρεω) η στάση αυτή φθάνει στο κριτήριο της αιώνιας ζωής μας.
5. Η εμπειρία του παραδείσου ή της κολάσεως είναι υπέρ λόγον και αίσθησιν. Είναι άκτιστη πραγματικότητα και όχι κτιστή. Οι Φράγκοι έπλασαν τον μύθο, ότι και ο παράδεισος και η κόλαση είναι κτιστές πραγματικότητες. Μύθος είναι, ότι οι κολαζόμενοι δεν θα βλέπουν τον Θεό, ως και ο λόγος περί απουσίας του Θεού. Οι Φράγκοι επίσης εξέλαβαν το πυρ της κολάσεως ως κτιστό (π.χ. ο Δάντης). Η ορθόδοξη παράδοση μένει πιστή στη Γραφή, ότι και οι κολασμένοι θα βλέπουν τον Θεό (π.χ. ο πλούσιος της παραβολής), αλλά ως «πυρ καταναλίσκον». Οι Φράγκοι σχολαστικοί δέχθηκαν την κόλαση ως τιμωρία και στέρηση της λογικής ενοράσεως της θείας ουσίας. Βιβλικά όμως και πατερικά κόλαση είναι η αποτυχία του ανθρώπου και η άρνησή του να συνεργασθεί με τη Θεία Χάρη, για να φθάσει στη «φωτιστική» θέα του Θεού (παράδεισος) και στην ανιδιοτελή αγάπη (πρβλ. Α’ Κορ. 13.8: «ου ζητεί τα εαυτής»). Δεν υπάρχει συνεπώς απουσία Θεού, παρά μόνο παρουσία Του. Γι’ αυτό είναι φρικτή η Β’ Παρουσία («Ω ποία ώρα τότε…», ψάλλουμε στους Αίνους). Είναι πραγματικότητα αδιάψευστη, στην οποία είναι μόνιμα προσανατολισμένη η Ορθοδοξία («προσδοκώ ανάσταστιν νεκρών…»). Οι κολαζόμενοι, όσοι έχουν πώρωση καρδίας, όπως οι Φαρισαίοι (Μαρκ. 3,5: «εν τη πωρώσει της καρδίας αυτών») βλέπουν αιώνια το πυρ ως σωτηρία! Διότι η κατάστασή τους δεν επιδέχεται άλλη μορφή σωτηρίας. «Τελειούνται» και αυτοί, φθάνουν στο «τέλος» της πορείας τους, αλλά μόνο οι δίκαιοι τελειώνονται σωζόμενοι. Εκείνοι τελειώνονται κολαζόμενοι. Σωτηρία γι' αυτούς είναι η κόλαση, αφού στη ζωή της επεδίωξαν μόνο την ευδαιμονία. Ο πλούσιος της παραβολής «απήλαυσε τα αγαθά του». Ο Λάζαρος υπέμεινε αγόγγυστα «τα κακά». Αυτό εκφράζει ο Απ. Παύλος (Α΄ Κορ. 3,13-15): «Εκάστου το έργον, οποίον εστί το πυρ αυτό δοκιμάσει. Ει τίνος του έργον μένει, ο επωκοδόμησεν, μισθόν λήψεται· ει τινός το έργον κατακαήσεται, ζημιωθήσεται, αυτός δε σωθήσεται, ούτως δε ως δια πυρός». Δίκαιοι και αμετανόητοι περνούν από το άκτιστο «πυρ» της θείας παρουσίας. Ο ένας όμως περνά αλώβητος, ο δε άλλος καίγεται. «Σώζεται», αλλά όπως περνά κανείς μέσα από τη φωτιά. Ο Ευθύμιος Ζιγαβινός (ιβ’ αι.) παρατηρεί σχετικά: «Πυρ τον Θεόν ως φωτίζοντα μεν και λαμπρύνοντα τους καθαρούς, φλογίζοντα δε και σκοτίζοντα τους ρυπαρούς». Και ο Θεοδώρητος Κύρου για το «σωθήσεται» γράφει: «σωθήσεται δια πυρός και αυτός δοκιμαζόμενος», όπως δηλαδή περνά κανείς μέσα από τη φωτιά. Αν έχει κάλυμμα κατάλληλο δεν καίγεται, διαφορετικά «σώζεται» μεν, αλλά τσουρουφλισμένος!
Το πυρ της κολάσεως, συνεπώς, δεν έχει σχέση με το φραγκικό «πουργατόριο» (καθαρτήριο), ούτε κτιστό είναι, ούτε τιμωρία, ούτε κάποια ενδιάμεση κατάσταση. Μια τέτοια θεώρηση είναι μετάθεση της ευθύνης στον Θεό. Η ευθύνη είναι όλη δική μας, αποδοχή ή απόρριψη της προσφερόμενης από τον Θεό σωτηρίας (θεραπείας). Ο «πνευματικός θάνατος» είναι η θέα του ακτίστου φωτός, της θείας δόξης, ως πυρός, φωτιάς. Ο άγιος Ι. Χρυσόστομος, στον Θ’ Λόγο του στην Α’ Κορινθ. Σημειώνει: «αθάνατος η κόλασις…οι αμαρτάνοντες δίκην τίσουσιν όλεθρον αιώνιον. Το δε «κατακαήσεται», τουτ’ έστιν, ουκ οίσει (δεν θα αντέξει) του πυρός την ρώμην». Και συνεχίζει: «Ο δε λέγει (δηλαδή ο Παύλος), τούτο εστιν· ουχί και αυτός ούτως απολείται, ως τα έργα, εις το μηδέν χωρών(=στην ανυπαρξία), αλλά μένει εν τω πυρί. Σωτηρία γουν το πράγμα καλεί… Και γαρ και ημίν έθος λέγειν «εν τω πυρί σώζεται», περί των μη κατακαιομένων ευθέως υλών».
Οι σχολαστικές αντιλήψεις-ερμηνείες, που μέσω του έργου του Δάντη (Κόλαση) πέρασαν και στο δικό μας χώρο, έχουν συνέπειες που φθάνουν σε ειδωλολατρικές εκδοχές. Π.χ. ο χωρισμός παραδείσου-κολάσεως, ως δυο διαφορετικών τόπων. Αυτό γίνεται λόγω της μη διακρίσεως κτιστού και ακτίστου. Επίσης η άρνηση της αιωνιότητας της κολάσεως, με την έννοια της «αποκαταστάσεως» των πάντων ή με την έννοια του «καλού Θεού» (Bon Dieu). Ο Θεός είναι όντως «αγαθός» (Ματθ. 8,17), αφού προσφέρει σωτηρία σ’ όλους. «Πάντας θέλει σωθήναι…» (Α’ Τιμ. 2,4). Είναι φοβερός όμως ο λόγος του Χριστού μας, που ακούεται στις κηδείες: «Ου δύναμαι απ’ εμαυτού ποιείν ουδέν· καθώς ακούω κρίνω και η κρίσις η εμή δικαία εστίν» (Ιω. 5.30). Πλαστή είναι εξάλλου και η έννοια της «θεοδικίας», που εφαρμόζεται σ’ αυτή την περίπτωση. Όλα ανάγονται τελικά στον Θεό (θα σώσει ή θα κολάσει), χωρίς να λαμβάνεται υπόψη η «συνέργεια» ως παράγων σωτηρίας. Σωτηρία είναι δυνατή μόνο στα όρια συνεργίας-συνεργασίας του ανθρώπου με τη Θεία Χάρη. Κατά τον Ι. Χρυστόστομο, «Το πλέον, σχεδόν δε το παν, του Θεού εστίν, ημίν δε μικρόν τι αφήκεν». Αυτό το «τι» είναι η αποδοχή της προσκλήσεως του Θεού. Ο ληστής σώθηκε «βαλών κλείδα το, μνήσθητί μου»! Ειδωλολατρική είναι και η αντίληψη για Θεό οργιζόμενο κατά του αμαρτωλού, ενώ ο Θεός, όπως είδαμε. «ουδέποτε εχθραίνει». Αυτή είναι δικανική αντίληψη για τον Θεό, που οδηγεί και στην εκδοχή των «επιτιμίων» στην εξομολόγηση ως ποινών και όχι ως φαρμάκων (θεραπευτικών μέσων).
6. Το μυστήριο παραδείσου-κολάσεως βιώνεται και στη ζωή της Εκκλησίας μέσα στον κόσμο. Στα μυστήρια πραγματοποιείται μέθεξη του πιστού στη Χάρη, για να ενεργοποιηθεί η Χάρη στη ζωή μας με την εν Χριστώ πορεία μας. Κυρίως δε στη Θ. Ευχαριστία το άκτιστο, η θεία κοινωνία, γίνεται μέσα μας ή παράδεισος ή κόλαση, ανάλογα με την κατάστασή μας. Κυρίως η μετοχή στη θεία κοινωνία είναι μετοχή στον παράδεισο ή την κόλαση μέσα στην ιστορία. Γι' αυτό συνδέεται η μετοχή στη θεία κοινωνία με την όλη πνευματική πορεία του πιστού. Όταν προσερχόμεθα ακάθαρτοι και αμετανόητοι, κολαζόμασθε (καιόμεθα). Γίνεται δε μέσα μας η Θεία Κοινωνία «κόλαση» και «πνευματικός θάνατος». Όχι διότι μεταβάλλεται σε κάτι τέτοιο φυσικά, αλλά διότι η ακαθαρσία μας δεν μπορεί να τη δεχθεί ως "παράδεισο" Δεδομένου δε ότι η θεία κοινωνία ονομάζεται «φάρμακον αθανασίας» (άγ. Ιγνάτιος ο Θεοφόρος, β’ αι..), συμβαίνει ακριβώς ό,τι και με ένα φάρμακο. Αν ο οργανισμός μας δεν έχει προϋποθέσεις να το δεχθεί, τότε παρενεργεί το φάρμακο και αντί να θεραπεύει, σκοτώνει. Όχι διότι ευθύνεται αυτό, αλλά η κατάσταση του οργανισμού μας. Πρέπει δε να λεχθεί, ότι αν δεν δεχθούμε τον χριστιανισμό ως θεραπευτική διαδικασία και τα μυστήρια ως φάρμακα πνευματικά, τότε οδηγούμεθα στη θρησκειοποίηση του χριστιανισμού, δηλαδή στην ειδωλολατρικοποίησή του. Και αυτό δυστυχώς γίνεται συχνότατα, όταν νοούμε τον χριστιανισμό ως «θρησκεία».
Η παρούσα ζωή εξάλλου, αξιολογείται από το φως του διδύμου παραδείσου/ κολάσεως. «Ζητείτε πρώτον την βασιλείαν του Θεού και την δικαιοσύνη αυτού» συνιστά ο Χριστός μας (Ματθ .6.33). «Προς ετέρου βίου παρασκευήν άπαντα πράττομεν…» λέγει ο Μ. Βασίλειος στους Νέους (κεφ.3) Η ζωή μας πρέπει να είναι διαρκής προετοιμασία για τη μετοχή στον «παράδεισο», δηλαδή στην κοινωνία με το Άκτιστο (πρβλ. Ιωάν. 17.3) Και αυτό αρχίζει ήδη στον κόσμο αυτό. Γι’ αυτό λέγει ο απ. Παύλος: «Ιδού νυν καιρός ευπρόσδεκτος, ιδού νυν ημέρα σωτηρίας» (Β’ Κορ 6.2). Κάθε στιγμή της ζωής μας έχει σωτηριολογική σημασία. Ή κερδίζουμε την αιωνιότητα, την αιώνια κοινωνία με τον Θεό, ή τη χάνουμε. Γι' αυτό τα ανατολικά θρησκεύματα και λατρείες που κηρύσσουν μετενσαρκώσεις, αδικούν τον άνθρωπο. Διότι μεταθέτουν το πρόβλημα σε άλλες (ανύπαρκτες φυσικά) ζωές. Μία ζωή όμως υπάρχει, στην οποία ή σωνόμαστε ή χανόμαστε. Γι’ αυτό συνεχίσει ο Μ. Βασίλειος: «α μεν ουν αν συντελή προς τούτον (=τον βίον) ημίν, αγαπάν τε και διώκειν παντί σθένει χρήναι φαμέν, τα δε ουκ εξικνούμενα προς εκείνον, ως ουδενός άξια παροράν». Αυτό είναι το κριτήριο του χριστιανικού βίου. Ο Χριστιανός επλέγει συνεχώς ό,τι συντελεί στη σωτηρία του. Σ’ αυτή τη ζωή κερδίζουμε τον παράδεισο ή τον χάνουμε και καταλήγουμε στην κόλαση. Γι’ αυτό λέγει ο ευαγγελιστής Ιωάννης : «Ο πιστεύων εις αυτόν ου κρίνεται· ο μη πιστεύων ήδη κέκριται, ότι μη πεπίστευκεν εις το όνομα του μονογενούς υιού του Θεού» (3,18)
Έργο της Εκκλησίας, συνεπώς, δεν είναι να «στέλνει» στον παράδεισο ή στην κόλαση, αλλά να ετοιμάζει τον άνθρωπο για την τελική κρίση. Το έργο του Κλήρου είναι θεραπευτικό και όχι ηθικολογικό-ηθικοπλαστικό, με την κοσμική έννοια του όρου. Η ουσία της εν Χριστώ ζωής διατηρείται στα μοναστήρια, όταν είναι φυσικά ορθόδοξα, δηλαδή πατερικά. Σκοπός της προσφερόμενης από την Εκκλησία θεραπείας δεν είναι η δημιουργία «χρηστών» πολιτών και κατ’ ουσίαν ευχρήστων, αλλά πολιτών της ουράνιας (άκτιστης) βασιλείας. Αυτοί είναι οι Ομολογητές και οι Μάρτυρες, οι αληθινοί πιστοί, οι Άγιοι.
Έτσι όμως ελέγχεται και η ιεραποστολή μας. Πού καλούμε; Στην Εκκλησία-Νοσοκομείο/ Θεραπευτήριο ή σε μια ιδεολογία, που ονομάζεται χριστιανική; Αντί για θεραπεία ζητούμε συνήθως εξασφάλιση θέσεως στον «παράδεισο». Γι’ αυτό ασχολούμεθα με τελετές και όχι με θεραπεία. Αυτό δεν σημαίνει βέβαια απόρριψη της λατρείας. Αλλά χωρίς άσκηση (ασκητικό βίο, πράξη θεραπείας) ή λατρείας δεν μπορεί να μας αγιάσει. Μένει ανενέργητη μέσα μας η απορρέουσα από αυτήν χάρη. Η Ορθοδοξία δεν υπόσχεται ότι στέλνει τον άνθρωπο σε κάποιο παράδεισο ή σε κάποια κόλαση, αλλά έχει τη δύναμη, όπως φαίνεται στα άφθαρτα και θαυματουργικά λείψανα των Αγίων της (αφθαρσία= θέωση), να προετοιμάσει τον άνθρωπο, ώστε να βλέπει αιώνια την Άκτιστη Χάρη και Βασιλεία του Χριστού ως παράδεισο και όχι ως κόλαση.
πατήρ Γεώργιος Μεταλληνός 
Ομότιμος Καθηγητής της Θεολογικής Σχολής του Πανεπιστημίου Αθηνών
 

Κυριακή, 10 Ιουνίου 2012

Αγιος Λουκάς Συμφερουπόλεως - Κριμαίας


Η νηστεία των Αγίων Αποστόλων

Η νηστεία των Αγίων Αποστόλων (Πέτρου και Παύλου) δεν έχει συγκεκριμένη χρονική διάρκεια, καθώς η έναρξή της εξαρτάται από την κινητή εορτή του Πάσχα.
Αρχίζει από τη Δευτέρα μετά την Κυριακή των Αγίων Πάντων και λήγει στις 28 Ιουνίου, δηλ. την παραμονή της εορτής των Αγ. Αποστόλων Πέτρου και Παύλου. Κατά την περίοδο αυτή νηστεύουμε από το κρέας και τα γαλακτοκομικά, το ψάρι επιτρέπεται κάθε μέρα εκτός από Τετάρτη και Παρασκευή.
Αναφέρουν για την αξία και τη σημασία της νηστείας:
1) ο Άγιος Κοσμάς ο Αιτωλός:
« Πρέπει και ημείς, αδελφοί μου, οι ευσεβείς χριστιανοί, να νηστεύωμεν πάντοτε, μα περισσότερον την Τετράδη, διατί επουλήθηκε ο Κύριος και την Παρασκευή διατί εσταυρώθη. Ομοίως έχομε χρέος να νηστεύωμεν και τες άλλες Τεσσαρακοστές, καθώς εφώτισε το Άγιον Πνεύμα τους αγίους Πατέρας της Εκκλησίας μας και μας έγραψαν δια να νηστεύωμεν, να νεκρώνωμεν τα πάθη, να ταπεινώνωμεν τη σάρκα, το σώμα.»
2) ο Άγιος Βασίλειος :
« Mην περιορίζεις όμως το καλό της νηστείας μόνο στην αποχή από το φαγητό. Γιατί πραγματική νηστεία είναι μόνο να μην κάνεις τίποτε άδικο. “Να Λύνεις κάθε δεσμό αδικίας”. Συγχώρησε τον πλησίον σου για το κακό που σού έκανε και ξέχασε αυτά πού σού χρωστάει» .
«Η νηστεία σας να είναι καθαρή απο δικαστικές πράξεις και προστριβές.” Κρέας δέν τρως, αλλά κατασπαράζεις τον αδελφό σου. Νηστεύεις το κρασί, αλλα είσαι σπάταλος στις αδικίες. Περιμένεις να έρθει το βράδυ για να φάς αλλά ξοδεύεις ολη την ημέρα σου στα δικαστήρια. ” Αλοίμονο σε κείνους που δεν μεθάνε απο κρασί, αλλά απο τις αδικίες.»
Μιχάλης Σπύρου, Θεολόγος

Δευτέρα, 4 Ιουνίου 2012

Ποιμαντική αποστολή του μαθήματος των θρησκευτικῶν στην εκπαίδευση

«Ἡ θέση τοῦ θεολόγου καὶ τοῦ θεολογικοῦ μαθήματος στὴν ἐκπαίδευση ἀποτελεῖ ἀπὸ πολλῶν ἐτῶν σημεῖον ἀντιλεγόμενον». Ἡ ἀσκουμένη πολεμικὴ ἔχει τὰ μάλιστα ἐνταθεῖ σήμερα, ἐποχὴν χαλεπήν, ὅπου τὸ Γένος μας πλήττεται ποικιλοτρόπως ἀπὸ τοὺς ἐξωτερικοὺς πολεμίους, παράγοντες τῆς Νέας Ἐποχῆς τῆς Παγκοσμιοποιήσεως, καὶ τοὺς ἐσωτερικοὺς ὑποτακτικοὺς συνεργούς τους.
Ἡ ἀμφισβήτηση αὐτὴ καὶ ἡ πολεμικὴ εἶναι ἰδεολογικὴ καὶ ἔχει τὴν ρίζα της εἰς τὸ γεγονός, ὅτι: «Μετὰ τὴν ἐθνικὴν παλιγγενεσίαν, τὴν δημιουργίαν τοῦ Νεοελληνικοῦ Κράτους καὶ τὴν δολοφονίαν τοῦ πρώτου κυβερνήτου αὐτοῦ, Ἰωάννου Καποδίστρια, ὁ ξένος παράγων, τῇ συνεργίᾳ προθύμων ἐσωτερικῶν ὑπηρετῶν, ἐπέβαλε τὴν ἀλλοτρίαν πρὸς τὴν ἑλληνορθόδοξον παράδοσιν ἰδεολογίαν τοῦ ἀθέου Διαφωτισμοῦ εἰς ὅλους τοὺς τομεῖς τῆς ζωῆς τοῦ Γένους, μάλιστα δὲ εἰς τὴν παιδείαν, τὴν ὁποίαν ἀπέσπασε ἐκ τῶν χειρῶν τῆς Ἐκκλησίας. Ἔκτοτε, τὸ Γένος, ἑπομένως καὶ ἡ παιδεία, βιώνουν ὀλέθριον διχασμόν, ὁ ὁποῖος ὁδηγεῖ, τοὺς μὲν τροφίμους τῆς παιδείας εἰς πνευματικὴν σχιζοφρένειαν, τὸ δὲ Γένος εἰς παρακμὴν καὶ ἐξάρτησιν».
Ἡ παιδεία ὅμως τῆς Ρωμιοσύνης, δηλαδὴ ἡ ἑλληνορθόδοξος παιδεία, «μετάληψις ἁγιότητός ἐστιν». Αὐτὴ ἡ παιδεία, παρεχομένη διὰ μέσου τῶν αἰώνων, συντελεῖ εἰς τὴν μόρφωσιν ἁγίων, ἤτοι εἰς τὴν «δημιουργίαν ἀρτίων, ἰσορροπημένων ἀνθρώπων, ὡλοκληρωμένων προσωπικοτήτων, ἑπομένως καὶ χρηστῶν μελῶν τῆς κοινωνίας καὶ εἰς τὴν ἀποφυγὴν μαζικῆς παραγωγῆς ψυχρῶν τεχνοκρατῶν, ἀτόμων ἀνωρίμων, μὲ κρίσιν ταυτότητος, προθύμων ὑπηρετῶν τοῦ οἱουδήποτε συστήματος».
Κατὰ τὸν ἀρχιμ. Γεώργιον Καψάνην: «Αὐτὴ τὴν παιδεία ἔχει ἀνάγκη κατ’ ἐξοχὴν ὁ σύγχρονος Ἕλληνας γιὰ πολλοὺς λόγους. Γιὰ νὰ διατηρήση τὴν ἑλληνορθόδοξο ταυτότητά του μέσα στὴ χοάνη τοῦ συγχρόνου συγκρητισμοῦ, γιὰ νὰ βρῆ τὴν ἐσωτερικὴ ἰσορροπία του μέσα σ’ ἕναν κόσμο διεσπασμένο, συγκεχυμένο καὶ μονόπλευρα ρέποντα στὸν ὑλισμό, στὴν τεχνοκρατία καὶ στὴν μαζοποίησι τοῦ ἀνθρώπου, γιὰ νὰ διαλεχθῆ δημιουργικὰ μὲ τὸ παρὸν προσφέροντας καὶ ἀξιοποιώντας τὸν πλοῦτο τῆς ἑλληνορθοδόξου Παραδόσεως».
***
Τὸ θεολογικὸν μάθημα κατέχει κεντρικὴν θέσιν εἰς τὴν σχολικὴν ἀγωγήν, τὴν παρεχομένην εἰς τὴν στοιχειώδη καὶ τὴν μέσην ἐκπαίδευσιν. Καὶ τοῦτο, διότι «Οὐδὲν ἄλλο μάθημα περιέχει τοσαῦτα δραστικὰ στοιχεῖα πρὸς ἀγωγήν, ὅσα τοῦτο. Τοῦτο συμπληροῖ τὰ λοιπὰ μαθήματα. Πληροῖ τὰ χάσματα, ἅτινα καταλείπουσιν αἱ ἀνθρώπιναι γνώσεις, καὶ προσδίδει ἑνότητα καὶ ἐσωτερικὴν συνοχὴν εἰς τὴν ὅλην διδακτικὴν ἐργασίαν. Τοῦτο ἐπιδιώκει κατὰ τρόπον ἄμεσον τὴν ἐπίτευξιν ἐκείνου, ὅπερ τὰ ἄλλα μαθήματα ζητοῦσιν ἐμμέσως νὰ ἐπιτύχωσιν» (Ν. Ἐξαρχόπουλος).
Ὁ χαρακτὴρ τοῦ μαθήματος εἶναι ἐκκλησιαστικός-ποιμαντικὸς καὶ αὐτό: «Τὸ ἐκκλησιαστικὸ πνεῦμα διαποτίζει τὸ σύνολο καὶ δίδει τὴν ἰδιαίτερη ποιοτικὴ ἀπόχρωση στὴν παιδεία, ἀνεξάρτητα ἀπὸ τὸ εἰδικὸ περιεχόμενό της» (Β. Στογιάννος).
Σκοπὸς τῆς διδασκαλίας τοῦ μαθήματος εἶναι νὰ γνωρίσουν καὶ βιώσουν οἱ μαθητὲς τὴν διαχρονικὴ καὶ ἀναλλοίωτη ἀλήθεια τῆς Ἐκκλησίας, τῆς ὁποίας ἔχουν γίνει τίμια μέλη διὰ τῆς συμμετοχῆς εἰς τὸ μυστήριο τοῦ ἁγίου Βαπτίσματος.
Ὁ χαρακτὴρ καὶ ὁ σκοπὸς τοῦ μαθήματος ἀνταποκρίνεται πλήρως στὴν βούληση τοῦ συνταγματικοῦ καὶ κατ’ ἀκολουθίαν τοῦ κοινοῦ νομοθέτη, ὅπως αὐτοὶ ἐκφράζονται διὰ τοῦ ἄρθρου 16, πργφ. 2 τοῦ ἑλληνικοῦ Συντάγματος, τοῦ ἄρθρου 1, πργφ 1α τοῦ Ν. 1566/1985 καὶ τῶν ἄρθρων 2 καὶ 9ε τοῦ Καταστατικοῦ Χάρτη τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος (Ν. 590/1977). Ἀκόμη εἶναι ἀπολύτως σύμφωνοι πρὸς τὴν δισχιλιετῆ ἑλληνορθόδοξη παράδοση τοῦ Γένους, αἱ πηγαὶ τῆς ὁποίας μαρτυροῦν, ὅτι ἡ σχέσις τῆς Ἐκκλησίας μὲ τὴν σχολικὴν ἀγωγὴν «ἦτο αὐτονόητος, ἀδιατάρακτος, γόνιμος καὶ δημιουργικὴ ἀπὸ τῶν ἀρχῶν τῆς Ρωμανίας (Βυζαντίου) μέχρι τῆς δημιουργίας τοῦ ἀνεξαρτήτου ἑλληνικοῦ κράτους, ὅτε ἐπεχειρήθη ἀπὸ ἐξωτερικοὺς καὶ ἐσωτερικοὺς παράγοντας ἡ ρῆξις τῆς σχέσεως αὐτῆς, ἡ κατὰ τὸν πρωτ. Γ.Δ. Μεταλληνὸν «ἀπεκκλησιοποίηση τῆς παιδείας» καὶ ἡ χειραγώγησις τῆς σχολικῆς ἀγωγῆς ἀπὸ εἰσαγόμενα ἰδεολογικὰ μορφώματα, ξένα πρὸς τὴν ἑλληνορθόδοξον παράδοσιν».
Κλασσικὸν παράδειγμα προσφορᾶς ἑλληνορθοδόξου ἀγωγῆς ἀποτελοῦν τὰ σχολεῖα, τὰ ὁποῖα ἵδρυσεν ὁ ἅγ. Κοσμᾶς ὁ Αἰτωλός, διὰ τῶν ὁποίων, τοῦ Θεοῦ συνεργοῦντος, «ἐποίησε καρπὸν ἑκατονταπλασίονα» (Λουκ. 8, 8). «Δηλαδή, διεφύλαξε ἀκεραίαν τὴν πίστη καὶ τὸ ἦθος τῶν ὑποδούλων, καθὼς καὶ τὴν συνείδηση τῆς ἰδιοπροσωπίας καὶ τῆς ἑτερότητος αὐτῶν ἔναντι τοῦ ὀθωμανοῦ δυνάστη, διετήρησε ἀμίκτους τοὺς ὀρθοδόξους χριστιανοὺς ὡς πρὸς τοὺς μουσουλμανικοὺς πληθυσμούς, ἀνέκοψε τοὺς ἐξισλαμισμοὺς καὶ ἔθεσε τὰς βάσεις διὰ τὴν πολιτιστικὴ συνέχεια καὶ τὴν ἐθνικὴ παλιγγενεσία».
***
Ἡ προσωπικότητα τοῦ διδασκάλου τοῦ θεολογικοῦ μαθήματος ἀποτελεῖ βασικὸν παράγοντα διὰ τὴν ἐπιτυχῆ προσφορὰν καὶ τὴν πλουσίαν καρποφορίαν τῆς διδασκαλίας.
Διὰ τὴν ἐπίτευξιν τοῦ σκοποῦ τοῦ μαθήματος, ὁ διδάσκαλος αὐτοῦ εἶναι ἀπαραίτητον νὰ πληροῖ ὡρισμένες προϋποθέσεις.
α΄) Δεδομένης τῆς συγγενείας τοῦ λειτουργήματος τοῦ θεολόγου πρὸς τὸ ποιμαντικὸ λειτούργημα καὶ τηρουμένων πάντοτε τῶν ἀναλογιῶν, πιστεύομεν ὅτι εἶναι ἀπαραίτητο νὰ ἔχῃ δεχθεῖ τὴν κλῆσιν τοῦ Θεοῦ διὰ τὴν ἀνάληψιν τῆς τοιαύτης ἀποστολῆς. Ἡ κλῆσις αὐτὴ θὰ ἐναρμονίζεται πρὸς τὴν ἐσωτερικὴν κλίσιν, πόθον καὶ ἐπιθυμίαν διὰ νὰ ἀφοσιωθῇ εἰς τὸ ἔργον αὐτό. Γράφομεν εἰς ἄλλην ἐργασίαν: «Ἡ θεία κλῆσις ἀποτελεῖ ὅρον ἐν τῶν ὧν οὐκ ἄνευ διὰ τὴν ἀνάληψιν οἱασδήποτε ἐκκλησιαστικῆς ἀποστολῆς. Διότι ἡ πρόταξις τοῦ θείου θελήματος καὶ ἡ συνειδητὴ καὶ ἐλευθέρα συνέργεια τοῦ ἀνθρώπου πρὸς αὐτό, ἔχει ὡς συνέπειαν νὰ φέρῃ “καρπὸν ἑκατονταπλασίονα” (Λουκ. 8, 8). Τοῦτο ἐπιβεβαιώνει καὶ ὁ ἅγιος Νεκτάριος ὁ ὁποῖος γράφει: “Ἄνευ κλήσεως οὔτε ἡ ἔμφυτος πρὸς τὸ ποιμαντορικὸν ἀξίωμα ροπὴ οὔτε τὰ ἄλλα πνευματικὰ αὐτοῦ προσόντα δύνανται νὰ ἀναδείξωσι τὸν μὴ κεκλημένον ἄξιον τοῦ ποιμαντορικοῦ ἀξιώματος”».
β΄) Ἀπαραίτητον εἶναι νὰ παρατηρεῖται συμφωνία μεταξὺ τῆς διδασκαλίας καὶ τοῦ τρόπου τῆς ζωῆς του, οὕτως ὥστε νὰ ἔχῃ ἐφαρμογὴ καὶ εἰς αὐτὸν τὸ χωρίον: «οἷον γοῦν τὸν λόγον, τοιόνδε, φασίν, τὸν τρόπον καὶ οἷον τὸν τρόπον, τοιόνδε τὸν λόγον ἐπεδείκνυτο». Ἔτσι, ἐπειδὴ θὰ εἶναι συνεπὴς πρὸς τὴν σχετικὴν διατύπωσιν τοῦ Χριστοῦ: «ὃς δ’ ἂν ποιήσῃ καὶ διδάξῃ, οὗτος μέγας κληθήσεται ἐν τῇ βασιλείᾳ τῶν οὐρανῶν» (Ματθ. 5, 19), ἡ διδασκαλία του θὰ εἶναι πειστικὴ καὶ δὲν θὰ διατρέξῃ τὸν κίνδυνο νὰ ἀκούσῃ τὰ λόγια ἀποδοκιμασίας: «δάσκαλε ποὺ δίδασκες καὶ νόμο δὲν ἐκράτεις».
γ΄) Μὲ τὴν συνείδησιν τοῦ συνεργοῦ τῶν ποιμένων εἰς τὴν ἐπιτέλεσιν θεανθρωπίνου ἔργου, τὸ ὁποῖον συνίσταται εἰς τὴν ἐπιμέλειαν ψυχῶν «αἵματι Χριστοῦ ἐξηγορασμένων» (Μ. Βασίλειος), εἶναι ἀπαραίτητον ὁ λειτουργὸς τοῦ θεολογικοῦ μαθήματος νὰ ἔχῃ ἐπίγνωσιν τοῦ ὕψους, τῆς τιμῆς, ἀλλὰ καὶ τῆς εὐθύνης τῆς ἀποστολῆς του. Ταῦτα πάντα ὁρίζει μὲ ἁπλότητα καὶ σαφήνεια ὁ Γέρων Πορφύριος συμβουλεύων νεοδιορισθεῖσα καθηγήτρια: «Ὅταν θὰ πηγαίνεις πρὸς τὸ σχολεῖο νὰ λέγεις τὴν εὐχὴ “Κύριε Ἰησοῦ Χριστὲ ἐλέησόν με”. Ὅταν θὰ μπαίνεις στὴν τάξη νὰ αἰσθάνεσαι, ὅτι μπαίνεις στὴν ἐκκλησία. Νὰ ἀντιμετωπίζεις τὰ παιδιὰ μὲ ἀγάπη καὶ αὐστηρότητα. Αὐτά, ἐπειδὴ θὰ αἰσθάνονται τὴν ἀγάπη σου, θὰ κατανοοῦν τὴν αὐστηρότητά σου καὶ θὰ σὲ ἀγαποῦν. Καὶ ἐὰν κάποιο παιδὶ παρουσιάζει ἰδιαίτερα προβλήματα καὶ δημιουργεῖ ἰδιαίτερες καταστάσεις, νὰ δίνεις τὸ ὄνομά του στὸν ἱερέα νὰ τὸ μνημονεύει στὴν προσκομιδή».
δ΄) Ἡ διαμορφωμένη προσωπικότητα καὶ τὸ παράδειγμα ἀποτελοῦν κεφαλαιώδεις παράγοντες ἐπιτυχίας τοῦ θεολόγου καθηγητοῦ. Αὐτὸς «εἶναι ἀπαραίτητο νὰ ἔχη ἀπαντήσει στοὺς ὑπαρξιακοὺς προβληματισμούς, ἐρωτήματα καὶ διλήμματα, ἐνώπιον τῶν ὁποίων εὑρίσκεται ὁ κάθε ἄνθρωπος κατὰ τὴν ἐφηβικὴ καὶ τὴ νεανικὴ ἡλικία … Τοῦτο θὰ ἔχη ὡς αὐτονόητη συνέπεια τὴ συνειδητὴ καὶ ἐλεύθερη συμμετοχὴ αὐτοῦ σὲ ὅλες τὶς πτυχὲς τῆς ἐκκλησιαστικῆς ζωῆς (ἐκκλησιασμός, ἐξομολόγηση, θεία Εὐχαριστία, προσευχή, νηστεία, ἄσκηση κλπ.). Ὅλα αὐτὰ θὰ τὸν βοηθοῦν ἀφ’ ἑνὸς νὰ κατανοῆ καλύτερα τοὺς μαθητές, ποὺ εὑρίσκονται σὲ παρόμοιες ἀναζητήσεις καὶ τελοῦν ὑπὸ τὴν ἐπίδρασιν πλείστων ἀρνητικῶν παραγόντων, ἀφ’ ἑτέρου θὰ τὸν καθιστοῦν ἀξιόπιστο μάρτυρα τῆς ἀποκεκαλυμμένης ἀληθείας, ἕτοιμον “πρὸς ἀπολογίαν παντὶ τῷ αἰτοῦντι λόγον περὶ τῆς ἐν ἡμῖν ἐλπίδος” (Α΄ Πέτρ. 3, 15), λαμπρὸ πρότυπο πρὸς μίμησιν ὑπὸ τῶν μαθητῶν».
ε΄) Αὐτονόητος εἶναι ἡ ἀναγκαιότης τῆς διὰ βίου θύραθεν καὶ θεολογικῆς καταρτίσεως τοῦ λειτουργοῦ τοῦ μαθήματος, πέραν τῶν βασικῶν θεολογικῶν σπουδῶν κατὰ τὰ ἔτη τῆς φοιτήσεως εἰς τὸ Πανεπιστήμιον. Αὐτὸ θὰ τὸν βοηθῆ νὰ διαλέγεται μετὰ τῶν μαθητῶν καὶ λοιπῶν παραγόντων τῆς σχολικῆς κοινότητος, οἱ ὁποῖοι διανύουν φάσιν ἀναζητήσεων, ἀποριῶν, ἀμφισβητήσεων καὶ κριτικῆς τῶν πάντων, μάλιστα ὑπὸ τὴν ἐπήρειαν τοῦ καταιγιστικοῦ «βομβαρδισμοῦ» καὶ τῆς παραπληροφορήσεως διὰ θέματα πίστεως καὶ ζωῆς. Οἱ πάντες θὰ ἀπευθύνωνται εἰς αὐτόν, μὲ καλὴν ἢ κακὴν διάθεσιν καὶ «ὁ λόγος του, ὡς λόγος Θεοῦ “ζῶν … καὶ ἐνεργὴς καὶ τομώτερος ὑπὲρ πᾶσαν μάχαιραν δίστομον” (Ἑβρ. 4, 12), θὰ διεισδύη στὶς καρδιὲς τῶν μαθητῶν, καὶ χάριτι θεία θὰ προκαλῆ τὴν “καλὴν ἀλλοίωσιν”».
στ΄) «Πρᾶξις θεωρίας ἐπίβασις»
Ἔχοντας τὰ ἀνωτέρω ἐφόδια καθὼς καὶ ἐπίγνωση τῆς καταστάσεως ὁ διδάσκαλος τοῦ θεολογικοῦ μαθήματος, θὰ προσεύχεται ἀπὸ καρδίας ὑπὲρ ἑαυτοῦ καὶ τῶν μαθητῶν, τοὺς ὁποίους θὰ προσεγγίζη μὲ εἰλικρινῆ ἀγάπη, ἁπλότητα καὶ ταπείνωση. Μὲ ὅπλο τὴν ὑπομονὴ θὰ ἀντιμετωπίζῃ τὶς παγίδες τοῦ «ἀνθρωποκτόνου» καὶ τοῦ προκατειλημμένου πεπτωκότος ἀνθρώπου. Θὰ ἐφαρμόζῃ τὴν ἀρχὴ τῆς ἐξατομικεύσεως, σεβόμενος ἕνα ἕκαστον «ὡς μοναδικὴν καὶ ἀνεπανάληπτον προσωπικότητα ἀπείρου ἀξίας». Ἀκόμη θὰ φέρεται μετὰ διακρίσεως ἐντὸς καὶ ἐκτὸς τῆς τάξεως, διαλεγόμενος πρὸς πάντας καὶ «νουθετῶν ἕνα ἕκαστον» (Πράξ. 20, 31), κατὰ τὸ ἀποστολικὸν πρότυπον. Τέλος, θὰ εὑρίσκεται πάντοτε δίπλα στοὺς μαθητὲς «χαίρων μετὰ χαιρόντων καὶ κλαίων μετὰ κλαιόντων» (Πρβλ. Ρωμ. 12, 15).
«Ἄλλοι τομεῖς δράσεως τοῦ διδασκάλου τοῦ θεολογικοῦ μαθήματος.
α΄) Οἱ συνάδελφοί του
Ὁ αὐθεντικὸς λειτουργὸς τοῦ θεολογικοῦ μαθήματος κατέχει κεντρικὴ θέση στὴ ζωὴ καὶ λειτουργία τῆς σχολικῆς μονάδος, ὅπου ὑπηρετεῖ.
Ἐκτὸς ἀπὸ τοὺς μαθητές, ἀσχολεῖται καὶ μὲ τοὺς συναδέλφους του. Ὡς αὐθεντικὸ παιδὶ τοῦ Θεοῦ, θὰ ἀποτελῆ μὲ τὸν λόγο καὶ τὸ παράδειγμά του εὐλογημένη παρουσία στὰ πλαίσια τοῦ συλλόγου τῶν διδασκόντων, κυριολεκτικῶς “Χριστοῦ εὐωδία”. Ὡς ἐργατικός, πρόθυμος, δίκαιος, συνεργάσιμος, εἰρηνοποιός, φιλικὸς στὴν ἐπικοινωνία μὲ τοὺς συναδέλφους, γόνιμος καὶ δημιουργικὸς στὴ λειτουργία τοῦ σώματος τῶν διδασκόντων, φυσιολογικῶς θὰ ἀποβαίνη σημεῖον ἀναφορᾶς δι’ αὐτούς. Θὰ εἶναι δὲ πάντοτε ἕτοιμος “πρὸς ἀπολογίαν παντὶ τῷ αἰτοῦντι λόγον περὶ τῆς ἐν ὑμῖν ἐλπίδος” καὶ ἀκόμη πρόθυμος νὰ προσφέρη εἰς αὐτοὺς “καθότι ἄν τις χρείαν ἔχει”.
Θὰ ἐπιδίδεται εἰς τὸ ἔργον αὐτὸ ἔχων συναίσθηση τῶν δυσκολιῶν, οἱ ὁποῖες ἐγείρονται ἀπὸ τοὺς τρεῖς ἐχθροὺς τοῦ ἀνθρώπου, “τὸν κόσμον, τὴν σάρκα καὶ τὸν Διάβολον”. Θὰ λειτουργῆ ὡς “συνεργὸς Θεοῦ”, εἰς ἀποστολήν, ἡ ὁποία “τέχνη τις εἶναι τεχνῶν καὶ ἐπιστήμη ἐπιστημῶν”, μὲ τὴν συνείδηση, ὅτι τὸ ἀποτέλεσμα θὰ εἶναι “οὐ τοῦ θέλοντος οὐδὲ τοῦ τρέχοντος, ἀλλὰ τοῦ ἐλεοῦντος Θεοῦ” (Ρωμ. 9, 16).
β΄) Οἱ γονεῖς τῶν μαθητῶν του
Ἐκτὸς τῶν ἀνωτέρω, ἡ ἀποστολὴ τοῦ λειτουργοῦ τοῦ θεολογικοῦ μαθήματος ἐκτείνεται καὶ πρὸς τοὺς γονεῖς τῶν μαθητῶν. Ἡ μετ’ αὐτῶν συνεργασία θεωρεῖται ἐπιβεβλημένη, ἐφ’ ὅσον ὁ ἴδιος καὶ οἱ γονεῖς τῶν μαθητῶν μεριμνοῦν ἀπὸ κοινοῦ διὰ τὴν πρόοδό τους. Ἡ ἐπικοινωνία μαζί τους γίνεται σὲ τακτὰ χρονικὰ διαστήματα, εἴτε κατὰ τὴν ἑβδομαδιαία ὥρα, ποὺ ὁ λειτουργὸς δέχεται τοὺς γονεῖς, εἴτε κατὰ τὴν παραλαβὴ τῆς βαθμολογίας τῶν μαθητῶν ὑπὸ τῶν γονέων, εἴτε καὶ ἐκτάκτως, ἐὰν οἱ περιστάσεις τὸ ἀπαιτήσουν.
Δεδομένης τῆς κρίσεως τοῦ γάμου καὶ τῆς οἰκογενείας σήμερα, τῆς συγχύσεως, τοῦ ἀποπροσανατολισμοῦ καὶ τῆς «ζάλης» τῶν γονέων, ὁ αὐθεντικὸς διδάσκαλος τοῦ θεολογικοῦ μαθήματος μπορεῖ νὰ ἀποτελέση παράγοντα ἀναφορᾶς, βοηθείας, στηρίξεως καὶ ἀνακουφίσεως τῶν ἀνθρώπων αὐτῶν. Ἀκόμη, μπορεῖ νὰ γίνη, ἐνεργῶν πάντοτε μετὰ διακρίσεως, πολύτιμος συνεργάτης καὶ σύμβουλος αὐτῶν στὴν ἀγωγὴ τῶν παιδιῶν τους. Καὶ τοῦτο, διότι ἡ ὑγιὴς πνευματικὴ κατάσταση, ἐπικοινωνία καὶ σχέση τῶν γονέων μὲ τὰ παιδιά τους εἶναι καθοριστικὴ διὰ τὴν ἐξέλιξιν αὐτῶν, σύμφωνα μὲ τὴν προτρεπτικὴ συμβουλὴ τοῦ Γέροντος Πορφυρίου πρὸς τοὺς γονεῖς: “Ἐσεῖς νὰ γίνετε ἅγιοι καὶ θὰ γίνουν καὶ τὰ παιδιά σας καλά”. Ἐνῷ, ἀντιθέτως, ἡ νοσηρὴ πνευματικὴ κατάσταση τῶν γονέων, ἡ κακὴ μεταξύ των σχέση, ἡ πολυπραγμοσύνη καὶ ἡ ἐξ αὐτῶν ἔλλειψις ἐπικοινωνίας μὲ τὰ παιδιά τους πληγώνει τὶς καρδιὲς τῶν τελευταίων, τραυματίζει τὴν μεταξύ τους σχέση καὶ ὁδηγεῖ τὰ παιδιὰ σὲ μαθησιακὸ κατήφορο καὶ παραβατικὲς συμπεριφορές.
γ΄) Ἡ μητρόπολις, ἡ ἐνορία, οἱ πολιτιστικοὶ καὶ κοινωνικοὶ φορεῖς
Ἡ ἀποστολὴ τοῦ λειτουργοῦ τοῦ θεολογικοῦ μαθήματος ἐκτείνεται καὶ πέραν τοῦ χώρου τοῦ σχολείου καὶ τῶν ἀμιγῶς σχολικῶν δραστηριοτήτων.
Αὐτὸς εἶναι δυνατὸν νὰ συμμετέχη “πολυμερῶς καὶ πολυτρόπως” εἰς τὸ ἔργο τῆς μητροπόλεως, τὸ ἐνοριακὸ καὶ τὸ εὐρύτερο κοινωνικὸ γίγνεσθαι, συμβάλλων εἰς τὴν “καλὴν ἀλλοίωσιν” τῶν ἀνθρώπων καὶ τῆς κοινωνίας.
Εἰδικώτερα, μπορεῖ νὰ ἀποβῆ ὁ πολυτιμότερος λαϊκὸς συνεργάτης τοῦ μητροπολίτου καὶ τοῦ ἐφημερίου τῆς ἐνορίας στὸ κατηχητικὸ καὶ κηρυκτικὸ ἔργο, στὴν διδασκαλία ἀντιαιρετικῶν μαθημάτων, τὴν διεξαγωγὴ κύκλων μελέτης Ἁγίας Γραφῆς, καθὼς καὶ σὲ ἄλλους τομεῖς δράσεως σὲ ἐπίπεδο μητροπόλεως ἢ ἐνορίας. Ἀκόμη, μπορεῖ νὰ γράφη, ἐπιμελεῖται καὶ παρουσιάζη θεολογικὲς ραδιοφωνικὲς ἢ τηλεοπτικὲς ἐκπομπές. Ἐπίσης, μπορεῖ νὰ προσφέρη πολύτιμες ὑπηρεσίες στὴν λειτουργία ἱδρυμάτων, πολιτιστικῶν συλλόγων καὶ φορέων, οἱ ὁποῖοι ἀντιμετωπίζουν διάφορα κοινωνικὰ προβλήματα.
Ὑπὲρ ὅλων αὐτῶν, οἱ ὁποῖοι εὑρίσκονται εἰς τὸν εὐρύτερο χῶρο δράσεως αὐτοῦ, χάριν τῶν ὁποίων ἀγωνίζεται καὶ κοπιάζει ὡς “συνεργὸς Θεοῦ”, ὁ λειτουργὸς τοῦ θεολογικοῦ μαθήματος θὰ προσεύχεται, θὰ τοὺς ἀγαπᾷ, ἀνέχεται καὶ συγχωρῆ, θὰ εἶναι ταπεινός, ἐπιεικής, καταδεκτικὸς καὶ πρὸ πάντων διακριτικός, γενόμενος “τοῖς πᾶσι … τὰ πάντα, ἵνα πάντως τινὰς σώσῃ”» (πρβλ. Α΄ Κορ. 9, 22). 
Ἐπίλογος
«Μὲ ὅσα εἴπαμε, πιστεύομε, ὅτι ἀπεδείχθη ἡ κεντρικὴ θέση τοῦ θεολογικοῦ μαθήματος καὶ τοῦ διδασκάλου αὐτοῦ στὸ ἐκπαιδευτικὸ γίγνεσθαι καὶ ὡς ἐκ τούτου, ἡ ἀναγκαιότης τῆς διδασκαλίας αὐτοῦ στὸ σχολεῖο πρὸς ἐπίτευξη τοῦ ἀναφερθέντος σκοποῦ.
Ἐπίσης, διεφάνη ἡ θεμελιώδης σημασία τῆς διδασκαλίας τοῦ μαθήματος ἀπὸ αὐθεντικοὺς λειτουργούς-διδασκάλους, κεκλημένους διὰ τὴν ἐπιτέλεση τοῦ ἔργου αὐτοῦ. Αὐτοί, ἐκτὸς τῶν μαθητῶν, θὰ ἔχουν δημιουργικὴ καὶ γόνιμη ἐπικοινωνία μὲ τοὺς παράγοντες ἐντὸς καὶ ἐκτὸς τοῦ σχολείου καὶ ἔτσι θὰ ἀσκοῦν ἐπίδραση στὸ σχολικὸ καὶ κοινωνικὸ γίγνεσθαι, δεδομένου ὅτι: “Ἀρκεῖ εἷς ἄνθρωπος ζήλῳ πεπυρωμένος ὁλόκληρον διορθώσασθαι δῆμον”.
Ἑπομένως, εἶναι ἀπὸ πάσης ἀπόψεως ἀπαράδεκτος καὶ δηλωτικὴ παρακμῆς, ἡ ἐπιχειρουμένη προσπάθεια ὑποβαθμίσεως τοῦ θεολογικοῦ μαθήματος καὶ τῆς θέσεως τοῦ διδασκάλου τοῦ μαθήματος αὐτοῦ στὰ πλαίσια τῆς ἐκπαιδευτικῆς διαδικασίας τῆς χώρας μας. Καὶ τοῦτο, μάλιστα, εἰς ἐποχὴν κατὰ τὴν ὁποίαν ἄθεα καπιταλιστικὰ κράτη καὶ χῶρες τοῦ τέως ὑπαρκτοῦ σοσιαλισμοῦ ἐπαναφέρουν τὴν διδασκαλία τοῦ μαθήματος στὰ σχολεῖα, ἀφοῦ ἐν τῷ μεταξύ, ἐθυσίασαν μερικὲς γενεὲς νέων ἀνθρώπων στὸν βωμὸ τῶν καταστροφικῶν ἰδεολογικῶν πειραματισμῶν τους.
Ἀντὶ τῆς ὑποβαθμίσεως ἢ τοῦ ἐξοβελισμοῦ τοῦ θεολογικοῦ μαθήματος ἀπὸ τὴν ἐκπαίδευση, τὸ ζητούμενο καὶ ἐπιθυμητὸ εἶναι ἡ διδασκαλία ἀνοθεύτου καὶ ἀκαινοτομήτου τῆς ὀρθοδόξου πίστεως καὶ ἡ παροχὴ στοὺς μαθητὲς αὐθεντικῶν προτύπων ζωῆς. Ἔτσι, θὰ τοὺς δίνεται ἡ δυνατότητα νὰ διαμορφώνουν κριτήρια μὲ σκοπὸ τὴν ἐξεύρεση τῆς ταυτότητός τους ὡς προσώπων καὶ μελῶν τῆς Ἐκκλησίας καὶ τοῦ Γένους. Ἐπίσης, θὰ ἀποκτοῦν τὶς προϋποθέσεις διὰ τὴν ἀνάδειξή τους σὲ ἐλεύθερες καὶ ὡλοκληρωμένες προσωπικότητες, ἀνεξάρτητες ἀπὸ τὶς παντοειδεῖς δουλεῖες τῶν ποικίλων ἰδεολογικῶν προκαταλήψεων καὶ στρατεύσεων».
  π. Γεώργιου Εὐθυμίου

Σάββατο, 2 Ιουνίου 2012

ΠΕΝΤΗΚΟΣΤΗ



Την Πεντηκοστή γιορτάζουμε το γεγονός της Εκκλησίας, αλλά η εποχή μας δεν μπορεί εύκολα να γιορτάσει το γεγονός της Εκκλησίας, γιατί είναι μια έντονα αντιεκκλησιαστική εποχή, όχι γιατί επικρίνονται, διαβάλλονται, διασύρονται ή συκοφαντούνται συχνά εκπρόσωποι της εκκλησιαστικής διοι­κήσεως, αλλά επειδή η φύση του πολιτισμού που κυριαρχεί σήμερα είναι αντιεκκλησιαστική.  Η εποχή μας είναι μια εποχή ατομιστική και ανταγωνιστική, είναι μια εποχή που ενθαρρύνει τον ανθρώπινο ναρκισσισμό και σαν συνέπεια καλλιεργεί τις προϋποθέσεις για την αποκοπή του ανθρώπου από τους άλλους και την απομόνωσή του.
Η εκκλησιαστικότητα αντίθετα είναι αντανάκλαση της τριαδικότητας του Θεού, που σαν Θεός αγάπης δεν μπορούσε αν και είναι ένας να είναι μοναδικός, γιατί έπρεπε οπωσδήποτε να αγαπάει κάποιον άλλο. Έτσι ο Θεός ήταν απαραίτητο να είναι μια κοινότητα, μια κοινωνία που τα πρόσωπα που την αποτελούν να τα μοιράζονται όλα, να τα έχουν όλα κοινά εκτός από την ταυτότητά τους, την υποστατικότητά τους. Γιατί αν είχαν και την ταυτότητα ή την υποστατικότητά κοινή δεν θα ήταν κοινότητα, αλλά μοναδικότητα και επομένως ο Θεός δεν θα μπορούσε να είναι Θεός αγάπης.
Στον άνθρωπο ο Θεός που τον έπλασε κατ' εικόνα και ομοίωση δική του, έδωσε την εκκλησιαστικότητα που είναι για τον άνθρωπο ότι είναι για τον Θεό η τριαδικότητα. Αλλά με την απομάκρυνσή του από τον Θεό ο άνθρωπος αλλοιώνει την θεία εικόνα και υποκαθιστά την εκκλησιαστικότητά του, δηλαδή το βασικό στοιχείο της φύσεώς του που απαιτεί την ένωσή του με τους άλλους ανθρώπους, με τον ατομικισμό και τον ναρκισσισμό που τον οδηγεί στον θάνατο.
Ο Χριστός με την ενσάρκωση του, την ενανθρώπισή του αποκαθιστά την ανθρώπινη φύση, στην παλιά της κατάσταση και έτσι ξαναζωντανεύει, την εκκλησιαστικότητα του ανθρώπου και την πραγματώνει με την σύσταση της Εκκλησίας.
Επομένως η Εκκλησία δεν είναι διοίκηση, δεν είναι οργάνωση, δεν είναι εξουσία, αλλά είναι κοινωνία, συνομιλία, συνύπαρξη, συμβίωση, συνοδοιπορία, συμμετοχή, συνεύρεση, σύνοδος. Ούτε είναι αναγκαστικά  Εκκλησία η χωρίς καμιά συνοχή συγκέντρωση ατόμων στο Ναό.  Η συγκέντρωση ατόμων στο ναό, μπορεί μάλιστα συχνά να είναι κάθε άλλο παρά Εκκλησία.
Στην  Εκκλησία οι άνθρωποι μοιράζονται με τους άλλους τον εαυτό τους, το βιό τους, τον χρόνο τους, τις ανησυχίες τους, την δημιουργικότητά τους, τη χαρά τους, την λύπη τους, την πίκρα τους, την απόγνωσή τους, την ελπίδα τους, την πίστη τους.
Στην Εκκλησία, ούτε υπακούουν πολλοί σε ένα ούτε δεν υπακούει κανένας σε κανένα, αλλά υπακούουν όλοι σε όλους.
Δεν υπάρχει  Εκκλησία εκεί που oι άνθρωποι φροντίζουν ο καθένας τον εαυτό του, εκεί που ο καθένας κρατάει τα αγαθά του, την χαρά του, την δύναμή του, την ελπίδα του, την πίστη του, την αρετή του για τον εαυτό του και δεν την μοιράζεται με τους άλλους.
Η Εκκλησία όμως πραγματώνεται διαρκώς πάνω στη γη, αποκαθιστά διαρκώς την εκκλησιαστικότητα της ανθρωπινής φύσεως, μεταβάλλει διαρκώς τον κόσμο σε βασιλεία του Θεού, δεν είναι στατική, δεν φτάνει ποτέ στο τέρμα, μπορεί πάντα να γίνεται όλο και περισσότερο η βασιλεία του Θεού. Επομένως η Εκκλησία δεν είναι μια κοινωνία καθαρών, που έχουν φθάσει στο τέρμα και που δεν μπορούν να προχωρήσουν πιο πέρα.
Μέσα στην  Εκκλησία, τα μέλη της  Εκκλησίας αγωνίζονται διαρκώς να μετακινηθούν από τον δαιμονικό ναρκισσισμό στην εκκλησιαστικότητα, που είναι η αντανάκλαση της τριαδικότητας του Θεού. Αν στην εποχή μας πολλοί άνθρωποι πολεμούν την  Εκκλησία σαν οργάνωση, είναι προ παντός και κυρίως επειδή ο σημερινός άνθρωπος κυριαρχημένος από τον δαιμονικό ναρκισσισμό τρέμει την εκκλησιαστικότητα και μπορεί να μιλάει συχνά για δίκαιη κατανομή των υλικών αγαθών, αλλά δεν κάνει ποτέ λόγο για δίκαιη κατανομή των συναισθηματι­κών και των πνευματικών αγαθών, δεν κάνει λόγο για αγάπη. Με την μάσκα της υλιστικής ισότητας, κρύβει τον τρόμο που αισθάνεται στο ενδεχόμενο να μοιραστεί τον εαυτό του με κάποιον άλλο. Γι' αυτό προσπαθεί να μεταβάλει σε εμπορική συναλλαγή και τις πιο προσωπικές σχέσεις όπως ο γάμος, τον οποίο θέλει να απογυμνώσει από κάθε προσωπικό στοιχείο, από κάθε συναίσθημα και να τον κάνει συνδικαλισμό με ωράρια, με δικαιώματα, έντονα ανταγωνιστικό, μια σφοδρή μάχη ανάμεσα σε δύο στρατόπεδα, για να προστατευθεί έτσι από το ενδεχόμενο της προσωπικής προσφοράς
Την υλιστική ισότητα την θέλει υποχρεωτική, κυριαρχική, επιβεβλημένη από κάποια απρόσωπη εξουσία για να αποκλείε­ται το στοιχείο της προσωπικής προσφοράς, για την οποία αισθάνεται έντονα ο σημερινός άνθρωπος την τραγική του αναπηρία.
Αλλά δεν μπορούν οι άνθρωποι να έχουν μεταξύ τους κοινότητα, κοινωνία, ενότητα, χωρίς να είναι ενωμένοι με Εκείνον που είναι η Κοινότητα, η Κοινωνία, η Ενότητα. Δεν μπορεί να υπάρξει πραγματική κοινότητα χωρίς να είναι Εκκλησία και χωρίς να έχει αυτή η κοινότητα κι αυτή η κοινωνία σαν ψυχή της το πνεύμα του Θεού.
Χωρίς το πνεύμα του Θεού, δεν μπορεί να υπάρξει  Εκκλησία. Το Πνεύμα του Θεού «όλον συγκροτεί τον θεσμόν της Εκκλησίας» (Στιχηρό Εσπερινού Κυριακής Πεντηκοστής) και δεν μπορεί κανείς να δεχθεί το πνεύμα του Θεού έξω από την  Εκκλησία «ου γαρ άλλως ένι κατελθείν εκείνο το Πνεύμα. Καθάπερ γαρ, ει τύχοι χείρ αποσπασθείσα του σώματος, το πνεύμα το από του εγκεφάλου την συνέχειαν ζητούν, και μη ευρόν, ουκ εξάλλεται του σώματος, και διατρήσαν, προς την χείρα εξέρχεται, άλλ' αν μη εύρη κείμενον, ουχ άπτεται ούτω και ενταύθα εάν μη ώμεν τη αγάπη συνδεδεμένοι».
Έτσι εκτός της Εκκλησίας δεν υπάρχει σωτηρία. Δεν υπάρχει σωτηρία για τον άνθρωπο που δεν μετέχει στο μυστήριο της Εκκλησίας, που είναι η ενεργοποίηση στη ζωή του στοιχείου της εκκλησιαστικότητας. «Εν υψηλώ κηρύγματι της του Θεού, Εκκλησίας, ακούσωμεν βοώσης ο διψών, ερχέσθω και πινέτω ο κρατήρ ον φέρω, κρατήρ έστι σοφίας, τούτου το πόμα αληθείας λόγω κεκέρακα, ύδωρ ου προχέων αντιλογίας, άλλ' ομολογίας ης πίνων ο νυν  Ισραήλ, Θεόν ορά φθεγγόμενον. Ίδετε, ίδετε, ότι αυτός εγώ ειμί, και ουκ ηλλοίωμαι, εγώ Θεός πρώτος, εγώ και μετά ταύτα, και πλήν εμού άλλος ουκ έστιν όλως. Εντεύθεν οι μετέχοντες πλησθήσονται, και αινέσουσι, της ευσεβείας το μέγα μυστήριον» (Οίκος Κυριακής Πατέρων).
Επειδή οι διάφορες ανθρώπινες ομάδες πολύ συχνά δεν είναι  Εκκλησία και επομένως δεν έχουν το πνεύμα του Θεού, δεν υπάρχει επικοινωνία ανάμεσα στους ανθρώπους, και η έλλειψη εμπιστοσύνης αναγκάζει τον άνθρωπο να κρυπτογρα­φεί τα μηνύματα που στέλνει στον συνάνθρωπό του, για να είναι έτσι καλυμμένος και να μπορεί να υπαναχωρεί όταν διαπιστώνει ότι ο άλλος απορρίπτει αυτά τα μηνύματα.
Τέτοια είναι η επικοινωνία ακόμη και μεταξύ συζύγων και μελών μιας οικογένειας. Είναι πασίγνωστη η λαϊκιστική συμ­βουλή «μη λες στον άνδρα σου ότι τον αγαπάς γιατί μπορεί να το εκμεταλλευθεί», και πραγματικά και στα υγιέστερα ζευγάρια ένα μεγάλο μέρος της συζυγικής επικοινωνίας γίνεται με τέτοιες προφυλάξεις και κρυπτογραφήσεις.
Παρόμοια συμβαίνουν και στις σχέσεις παιδιών και γονέων. Οι γονείς πολύ συχνά κάτω από το επιφανειακό μήνυμα «μην απομακρυνθείς από μας δεν θα τα καταφέρεις χωρίς εμάς», κρύβουν το πραγματικό μήνυμα «μην απομακρυνθείς από μας δεν θα τα καταφέρουμε εμείς χωρίς εσένα». Ενώ τα παιδιά κάτω από μια επιφανειακή επαναστατικότητα κρύβουν μια πραγματική επιθυμία να συνεχίσουν την βολική εξάρτηση από τους γονείς.
Είναι τραγική η έλλειψη επικοινωνίας μεταξύ των νέων, που από τρομερή έλλειψη εμπιστοσύνης ακόμη και για τους συνομιλήκους τους καλύπτουν την έντονη ανάγκη που έχουν για την αποδοχή και την συμπαράσταση τους με την επίδειξη μιας αγέρωχης σκληρότητας.
Το γεγονός της Πεντηκοστής μεταξύ άλλων φανερώνει ότι ένα από τα πρώτα χαρίσματα του Αγίου Πνεύματος είναι η δυνατότητα της επικοινωνίας. Ο άνθρωπος, που έχει το πνεύμα του Θεού, μπορεί να μιλάει και να καταλαβαίνει τη γλώσσα του συνανθρώπου του ξεπερνώντας οποιοδήποτε σχετικό εμπόδιο.
      Το περιστατικό του Πύργου της Βαβέλ είναι ως προς αυτό το σημείο το αντίθετο με την Πεντηκοστή στην θεία αποκάλυψη. Στο περιστατικό αυτό φαίνεται, πως ακριβώς ο άνθρωπος που ειδωλοποίησε τον εαυτό του και έτσι έχασε το πνεύμα του Θεού, έχασε ταυτόχρονα και την δυνατότητα να μιλάει και να καταλαβαίνει τη γλώσσα του συνανθρώπου του. «Γλώσσαι ποτέ συνεχύθησαν, δια την τόλμην της πυργοποιίας γλώσσαι δε νυν εσοφίσθησσν, δια την δόξαν της θεογνωσίας. Εκεί κατεδίκασε Θεός τους ασεβείς τω πταίσματι ενταύθα εφώτισε Χριστός τους αλιείς τω πνεύματι. Τότε κατειργάσθη η αφωνία, προς τιμωρίαν άρτι καινουργείται η συμφωνία, προς σωτηρίαν των ψυχών ημών». (Δοξαστικό Λιτής Εσπερινού Κυριακής Πεντηκοστής).
Η σύγχυση, που επικρατεί συχνά στην ανθρώπινη επικοινω­νία είναι αποτέλεσμα της ανθρώπινης αμαρτίας.  Ο Θεός δεν έκανε τους ανθρώπους «αλλόγλωσσους».  Αν ο άνθρωπος δεν είχε αμαρτήσει και δεν είχε στερηθεί της Χάριτος, τώρα «πάσα η γη χείλος ην, και φωνή μία πάσι».
Η δυσκολία στην ανθρώπινη επικοινωνία είναι αποτέλεσμα του ανθρωπίνου εγωκεντρισμού, που κάνει τον άνθρωπο να βλέπει όλους τους συνανθρώπους του, ακόμη κι αυτούς που είναι πολύ κοντά του σαν εχθρούς ή σαν ανταγωνιστές, που έχουν αυτό που θέλει να έχει εκείνος ή που μπορούν να του πάρουν αυτό που εκείνος έχει. Αυτό το κλίμα του κρυφού πολέμου κάνει αδύνατη την ανάπτυξη εμπιστοσύνης.
Αυτή η τραγική ανθρώπινη πραγματικότητα είναι η αιτία της πιο βασανιστικής μοναξιάς, που τελικά είναι το πιο αφόρητο μαρτύριο του σύγχρονου ανθρώπου.
Το πνεύμα του Θεού αποκαθιστά την εμπιστοσύνη και την επικοινωνία ανάμεσα στους ανθρώπους, γιατί δεν είναι πνεύμα ανταγωνισμού αλλά πνεύμα προσφοράς. Ο άνθρωπος που έχει το πνεύμα του Θεού δεν σκέπτεται τι θα πάρει από τον άλλο, αλλά τι θα του δώσει. Δεν βλέπει τον συνάνθρωπό του σαν ανταγωνιστή αλλά σαν συναγωνιστή, δεν προσπαθεί να εξασφαλίσει για τον εαυτό του την καλλίτερη θέση αλλά να βοηθήσει τον συνάνθρωπό του να την πάρει.
Ένα τέτοιο κλίμα, είναι κλίμα απόλυτης εμπιστοσύνης που δεν έχει ανάγκη από επιφυλάξεις και από κρυπτογραφημένα μηνύματα. Αυτό ήταν το κλίμα της Πεντηκοστής και γι' αυτό έδωσε την δυνατότητα σε όλους να μιλούν και να καταλαβαί­νουν όλων τις γλώσσες. «Η του Θείου Πνεύματος επιδημήσασα δύναμις, την μερισθείσαν πάλαι φωνήν, κακώς ομονοησάντων, εις μίαν αρμονίαν θείας συνήψε, γνώσιν συνετίζουσα πιστούς της Τριάδος». (Ωδή γ' Κανόνος Πεντηκοστής).
Η δυνατότητα της επικοινωνίας είναι ένα χάρισμα του πνεύματος του Θεού που δεν μπορεί να την έχει όποιος δεν έχει αυτό το πνεύμα.
Ο Χριστός ετήρησε την υπόσχεση που έδωσε και την ημέρα της Πεντηκοστής έστειλε στους μαθητές το Πανάγιο Πνεύμα. Έτσι «Πεντηκοστήν εορτάζομεν, και Πνεύματος επιδημίαν, και προθεσμίαν επαγγελίας, και ελπίδος συμπλήρωσιν». (Στιχηρό  Ιδιόμελο  Εσπερινού Πεντηκοστής)
 « Η του Πνεύματος πηγή, επιδημούσα τοις εν γην εις πυρφόρους ποταμούς, μεριζομένη νοητώς τους Αποστόλους εδρόσιζε φωταγωγούσα και γέγονεν αυτοίς, νέφος δροσώδες το πυρ, φωτίζουσα αυτούς, και υετίζουσα φλόξ, δι' ων ημείς ελάβομεν την χάριν, δια πυρός τε και ύδατος. Το φως επέστη, του Παρακλήτου και τον κόσμον εφώτισε». (Κάθισμα Κυριακής Πεντηκοστής)
      Το Άγιο Πνεύμα επεδήμησε στους Αποστόλους, στην  Εκκλησία και δι'αυτών σ' όλους όσοι ανοίγουν σ' αυτό την πόρτα της ψυχής τους. Δια του Αγίου Πνεύματος «πάσα ψυχή ζωούται» και «περικρατείται πάντα τα ορατά συν τοις αοράτοις». Δια του Αγίου Πνεύματος «πάσα η κτίσις καινουργείται», δι' αυτού «ο πας πλούτος της δόξης, εξ ου χάρις και ζωή πάση τη κτίσει» δι' αυτού «πάσα ψυχή ζωούται», δι' αυτού «τα σύμπαντα το είναι έχει». Το Άγιον Πνεύμα «αναβλύζει τα της χάριτος ρείθρα αρδεύοντα άπασαν την κτίσιν, προς ζωογονίαν». Το Άγιο Πνεύμα είναι «ζωαρχική αξία εξ ου παν ζώον εμψυχούται» είναι «ενθέωσις τοις πάσιν, ευδοκία, σύνεσις, ειρήνη, και η ευλογία» είναι «πηγή θείων θησαυρισμάτων» είναι «βυθός χαρισμάτων, πλούτος δόξης, κριμάτων βάθος μέγα» είναι «πανσωστική αίτια». (Αναβαθμοί Όρθρου) «Το Πνεύμα το Άγιον φως, και ζωή, και ζώσα πηγή νοερά. Πνεύμα σοφίας. Πνεύμα συνέσεως, αγαθόν, ευθές, νοερόν, ηγεμονεύον, καθαίρον τα πταίσματα. Θεός και θεοποιούν, πυρ εκ πυρός προϊόν, λαλούν ενεργούν, διαιρούν το χαρίσματα, δι' ου προφήται άπαντες, και Θεού Απόστολοι, μετά Μαρτύρων εστέφθησαν». (Στιχηρό  Ιδιόμελο Αίνων Πεντηκοστής).

π. Φιλόθεος Φάρος
Από το βιβλίο
«ΠΕΝΤΗΚΟΣΤΗ: Από την Ανάσταση στην Εκκλησία»