Σάββατο, 28 Δεκεμβρίου 2013

ΔΟΚΙΜΑΣΙΕΣ

«Λυπάμαι που δεν είσθε εντελώς υγιής. Είθε ο Κύριος να σας χαρίση πλήρη υγεία. Ωστόσο η ασθένεια μας διδάσκει την ταπείνωση και την υποταγή στο θείο θέλημα. Ανδρίζεσθε και ευγνωμονείτε τον Θεό για όλα.
Πιστέψτε ότι όλα για το συμφέρον μας τα επιτρέπει . Αυτό ίσως τώρα δεν το διακρίνετε, θα το διαπιστώσετε όμως αργότερα».
«Το έλεος του Θεού μαζί σας. Σας συμβαίνουν πολλά δυσάρεστα. Λυπούμαι γι’ αυτό. Δεν μπορούμε να βοηθήσουμε την κατάστασι παρά μόνο με την υπομονή και τη πεποίθησι στην θεία βοήθεια. Όλα προέρχονται απ’ τον Θεό, και τα ευχάριστα και τα δυσάρεστα. Για όλα πρέπει να ευχαριστούμε. Διότι και τα δυσάρεστα παραχωρούνται για το καλό μας: Για την ταπείνωση , την κάθαρσι, την σταθερότητα στην χριστιανική ζωή και την εμπιστοσύνη μας στον Θεό.
Δεν επιτρέπεται να γογγύζουμε. Ας κάνουμε υπομονή την περίοδο αυτή και θα έλθουν φωτεινές ημέρες. Έχετε θάρρος και αγωνισθήτε στην προσευχή . Είναι πηγή παρηγορίας. Είναι φωτισμός στους λογισμούς και δύναμις στον αγώνα.
Οι θλίψεις στην παρούσα ζωή είναι περισσότερες από τις χαρές. Άλλοτε τις στέλνει ο Θεός για να ξυπνήσουμε από τον πνευματικό ύπνο, να σταματήσουμε τις αμαρτίες, να καθαρισθούμε με την μετάνοια. Και άλλοτε τις στέλνει για να υποταχθούμε περισσότερο σ’ Αυτόν που όλα τα ρυθμίζει. Να δείξουμε ανδρεία και υπομονή δοξάζοντάς Τον. Σε κάποια απ’ αυτές τις αιτίες οφείλονται και οι δικές σας θλίψεις. Εξετάζετε λοιπόν τον εαυτό σας , ειρηνεύετε και εμπιστεύεσθε στο θέλημα του Θεού, το σοφό και άγιο».
«Σας κυνηγά η μια συμφορά μετά την άλλη. Ξέρετε τι σημαίνει αυτό; Ο Θεός σας θυμήθηκε! Δεν είναι συνηθισμένο να σκέπτεται κανείς έτσι, αλλ’ αυτή είναι η αλήθεια. Και σας θυμήθηκε ο Θεός όχι με οργή , αλλά με έλεος. Βέβαια εσείς νοιώθετε μόνο την στέρησι και τον χαμό. Δεν βλέπετε όμως το έλεος που κρύβεται πίσω απ’ αυτά και μέσα σ’ αυτά».
«Σας συκοφάντησαν άδικα; Υπομένετε καρτερικά. Θα θεωρηθή αυτό επιτίμιο για εκείνα που πραγματικά φταίτε. Από την άποψι αυτή η συκοφαντία είναι μία πρόνοια του Θεού για σας. Πρέπει λοιπόν να έχετε ειρήνη με τους συκοφάντες σας, όσο κι αν αυτό σας φαίνεται δύσκολο».
«Η υγεία σας κλονίσθηκε. Κλονισμένη υγεία μπορεί να σημαίνη και κλονισμένη σωτηρία, όταν από τα χείλη του ασθενούς ακούγωνται γογγυσμοί και κραυγές απελπισίας. Είθε ο Κύριος να σας βοηθήση ν’ απαλλαγήτε από την συμφορά αυτή.
Η υγεία και η αρρώστεια είναι και τα δύο μέσα σωτηρίας, όταν τα εκμεταλλευώμαστε με το πνεύμα της πίστεως στον Θεό που μας αγαπά και προνοεί για μας. Τα ίδια όμως είναι και μέσα καταστροφής, όταν τ’ αντιμετωπίζουμε με λανθασμένη νοοτροπία.
Συμφιλιωθήτε λοιπόν με την δοκιμασία σας. Υπομείνετέ την με υποταγή στον Κύριο, πιστεύοντας ότι έτσι θα ευεργετηθήτε και σεις και οι οικείοι σας.
Θυμηθήτε και την καρτερία των αγίων μαρτύρων , οι οποίοι μετά τα βασανιστήρια παρέμεναν στην φυλακή πέντε, δέκα ή και είκοσι ακόμη χρόνια έχοντας ανακούφισι και απόλαυσι την ζωντανή ελπίδα του παραδείσου».


Από το βιβλίο : «Οσίου Θεοφάνους του Εγκλείστου - ΑΠΑΝΘΙΣΜΑ ΕΠΙΣΤΟΛΩΝ» Μετάφρασις από τα ρωσικά- ΕΚΔΟΣΙΣ ΕΝΔΕΚΑΤΗ- ΙΕΡΑ ΜΟΝΗ ΠΑΡΑΚΛΗΤΟΥ -ΩΡΟΠΟΣ ΑΤΤΙΚΗΣ 2004

Κυριακή, 8 Δεκεμβρίου 2013

το φιλαράκι τού γέροντα Πορφύριου ..

Κοιτάζω και ξανακοιτάζω την εικόνα του Γέροντα Πορφυρίου- του Αγίου Πορφυρίου, όπως ακούω να τον λένε οι πιστοί ολόγυρά μου. Κοιτάζω την αγιογραφία του με το φωτοστέφανο και νοιώθω ανόητη.
Θεέ μου πόσο ανόητη!
Ήταν Άγιος λοιπόν εκείνος ο γέροντας που με υποδεχόταν χωρίς να μιλά όταν έμπαινα στο κελάκι του  τρομαγμένη;
Ήταν άγιος εκείνο το γλυκό, υπομονετικό γεροντάκι που σεβάστηκε πάντα την άρνησή μου να ακούω  συμβουλές τύπου Κατηχητικού και δε μου έδωσε ποτέ καμιά τέτοια συμβουλή;
Ήταν Άγιος λοιπόν! Κι εγώ νοιώθω ανόητη γιατί πάντα ήξερα ότι ήταν Άγιος, κι όμως  τον φοβόμουν.
Ένα παιδί ήμουν όταν τον γνώρισα, με όλα τα θέματα που έχει ένα παιδί που μπαίνει σε  μια άγρια μαύρη εφηβεία.
Ένα παιδί, μεγαλωμένο με χριστιανικές αρχές που όμως ήθελε να τις γκρεμίσει γιατί δεν του άρεσαν, δεν το ικανοποιούσαν, το καταπίεζαν. Τέτοιο παιδί ήμουν όταν γνώρισα το Γέροντα, γι' αυτό και καταπιεζόμουν όταν έπρεπε να ακολουθήσω την οικογένειά μου που λαχταρούσε να τον επισκεφτεί.
Εκείνα τα Κυριακάτικα μεσημέρια όταν έπρεπε να βγάλω τα αγαπημένα μου τζιν και να φορέσω τη φούστα για να πάω να του φιλήσω το χέρι  με εξόργιζαν. Τη θυμάμαι αυτή την οργή που έσκαγε μέσα μου σιωπηλά - γιατί δεν τολμούσα να πω ότι δεν ήθελα να τον δω.
Δεν τολμούσα γιατί μέσα μου ήξερα ότι ήταν Άγιος- πώς να αρνηθώ την ευχή ενός τέτοιου ανθρώπου; Κι από την άλλη τον φοβόμουν που ήταν Άγιος.
Στην αρχή φοβόμουν γιατί  ένοιωθα ότι ήξερε τις σκέψεις και τις πράξεις μου και έτρεμα μην τις  αποκάλυπτε στη μαμά μου...
Κι όταν κατάλαβα ότι δεν αποκάλυπτε τίποτα, πάλι τον φοβόμουν γιατί πίστευα ότι με έκρινε για όσα είχα κάνει, όσα είχα πει, για ότι ήμουν, ότι δε με ενέκρινε για φιλαράκι του - και γιατί να το έκανε άλλωστε;
Είχε ήδη εγκρίνει για φιλαράκια του την αδερφή μου, τη μαμά μου, το μπαμπά μου.
Σ' εκείνους μιλούσε, τους καλωσόριζε, τους έδινε το σταυρό που κρατούσε στο χέρι να τον φιλήσουν.
Σε μένα δεν το έκανε... δεν άπλωνε το χέρι να του το φιλήσω... πλησίαζα μόνη μου, τρομαγμένη, καταπιέζοντας τον εαυτό μου να το κάνω και πάντα έφευγα με  τρόμο ότι δεν με είχε δεχτεί.
Ώσπου ένα μεσημέρι Σαββάτου , η μαμά μου ζήτησε επιτακτικά να ετοιμαστώ για να πάμε στο Γέροντα. Ήθελα να της πω ότι δεν ήθελα να έρθω μα δεν τόλμησα. Κι έτσι φώναξα ότι ήθελα να έρθω με το παντελόνι. Η μαμά μου ήταν ανένδοτη κι έτσι μπήκα οργισμένη στο δωμάτιό μου και πίσω από την ασφάλεια της μοναξιάς μου τον έβρισα. Τον έβρισα τόσο, που μετά από τόσα χρόνια ακόμα ντρέπομαι για όσα είπα μονάχη στο δωμάτιό μου. Μετά, βγήκα φορώντας τη φούστα μου,  μπήκα στο αυτοκίνητο, σιωπηλή  και πάντα με  την ίδια οργή μέσα μου. Όταν φτάσαμε στο κελάκι του, μπήκαμε όλοι μέσα - εγώ απλά τυπικά θα του φιλούσα το χέρι και θα έφευγα τρέχοντας έξω.
Εκείνο το απόγευμα ήταν η πρώτη φορά που με χαιρέτησε με το όνομά μου.
Έλα Μάρω
μου είπε και μου άπλωσε το χέρι. Θεέ μου πόσο μου άρεσε που άκουσα τη φωνή του να με λέει όπως με φώναζαν οι φίλοι μου! Και πόση ανακούφιση αισθάνθηκα,  με την υποδοχή του! Ασφαλώς για να με υποδεχτεί έτσι για πρώτη φορά, ενώ εγώ είχα ξεσπάσει εναντίον του στο δωμάτιό μου, μάλλον δεν ήταν Άγιος. Μάλλον δεν ήξερε τι είχα πει...
Κι εκεί που πήγα μια ανάσα ανακούφισης τον άκουσα να μου λέει στοργικά- πολύ στοργικά: Μάρω θα μπορούσες να βγεις λίγο έξω, για να μιλήσω στο μητέρα σου;
Καλύτερα να άνοιγε η γη να με καταπιεί εκείνη την ώρα! Ήμουν σίγουρη ότι, ως Άγιος, όχι μόνο είχε ακούσει όλα όσα είχα ψιθυρίσει, αλλά θα τα έλεγε όλα στη μαμά μου! Βγήκα με την καρδιά μου να χτυπάει σαν τρελή κι όση ώρα  περίμενα απ έξω είχα ετοιμάσει στη σκέψη μου την άμυνά μου: είχα φορτώσει κι ήμουν έτοιμη για μάχη! Κι όμως καμιά μάχη δε συνέβη. 
Δεν ξέρω τι της είπε, ξέρω  όμως ότι όταν  βγήκε από το κελάκι η μαμά μου μού ζήτησε συγγνώμη χωρίς να μου εξηγήσει γιατί.
Ξέρω ακόμα ότι δεν μου επέβαλε ποτέ ξανά να πάω μαζί τους στο Γέροντα. Μόνη μου πήγαινα, από ντροπή, γιατί δεν άντεχα στην ιδέα ότι δεν ήθελα να πάω, γιατί ζήλευα τη σχέση που είχε η αδερφή μου μαζί του κι ας μην τον πήγαινα!
Ήθελα να τον αγαπάω κι ας μην τον αγαπούσα. Ήθελα να ένοιωθα την ευλογία του κι ας μην την ένοιωθα!
Ήθελα να με θεωρήσει φιλαράκι του κι ας μην αισθανόμουν ότι ήταν δικός μου φίλος.
Έπρεπε να βγω από το σκοτάδι της εφηβείας μου για να καταλάβω με ντροπή ότι εκείνος με είχε αποδεχτεί,  έτσι όπως ήμουν.
Κατάλαβα πως όταν δεν μου άπλωνε το χέρι να το φιλήσω, το έκανε όχι από αποδοκιμασία αλλά από αποδοχή. Στη μεταξύ μας σχέση εκείνος ήταν ο ειλικρινής κι εγώ η ψεύτικη. Εγώ πλησίαζα κι ας μην ήθελα, εκείνος όμως δεν άπλωνε το χέρι επειδή σεβόταν το φόβο και την αντίδρασή μου. Εγώ καταπίεζα τη Μάρω, ενώ εκείνος την αποδεχόταν κι έκανε αυτό που η Μάρω ήθελε...
Ακόμα και την οργή μου εκείνος την ερμήνευε σαν προσευχή.
Δε μου έκανε καμιά νύξη για το Χριστό, δε μου έδωσε καμιά συμβουλή, δε μου μίλησε για θαύματα για να με πείσει.
Κι όμως ξέρω πια ότι αυτή η σιωπή ήταν η πιο τρανή απόδειξη ότι με είχε αποδεχτεί σα φιλαράκι του, έτσι όπως ήμουν.
Ίσως γι' αυτό ήταν ο μόνος που δεν αντέδρασε όταν πέρασα στη Θεολογία.
Όλοι οι άλλοι, φίλοι συγγενείς θορυβήθηκαν: Η Μάρω στη Θεολογία; Ακόμα κι εγώ η ίδια δεν ήξερα γιατί είχα βάλει τη Θεολογία ως πρώτη επιλογή. Εκείνος όμως δεν είπε τίποτα. Ούτε με συνεχάρη, ούτε θριαμβολόγησε. Κράτησε την ίδια σιωπηλή, ξεκάθαρη στάση που επιθυμούσε η ψυχή μου. Μερικές φορές σκέφτομαι ότι βλέποντας το αγρίμι μέσα μου, με ανέθεσε απευθείας στο Θεό κι αυτό είναι για μένα η μεγαλύτερη απόδειξη ότι με ένοιωθε φιλαράκι του...
Αυτή τη σχέση την παθιασμένη την είχα με το Γέροντα ως το τέλος. Εγώ δε μαλάκωσα ποτέ κι εκείνος δεχόταν πάντα την ορμή μου σαν δείγμα αγάπης. Τον ξαναπρόσβαλα το Γέροντα, άλλη μια φορά και πάλι πίσω από την πλάτη του - ως γνήσια θρασύδειλη!
Πάλι Σάββατο ήταν  κι εγώ ήμουν φοιτήτρια πια και είχα εξεταστική.
Τη Δευτέρα έδινα μάθημα και στις 9 το βράδυ του Σαββάτου έμαθα ότι είχα διαβάσει λάθος ύλη.
Πανικοβλήθηκα κι όταν η μαμά μου προσπαθώντας να με ηρεμήσει μου είπε «Βρε τι σκας? Αφού έχεις το Γέροντα!», εγώ έγινα ηφαίστειο που έσκασε: «Δε μας παρατάς  με το Γέροντά σου! Τι να μου κάνει τωρα ο Γέροντας;»
Εκείνη την ώρα χτύπησε το τηλέφωνο κι όταν   άκουσα τη μαμά μου να λέει: Γέροντα!... ναι εδώ είναι η Μάρω. Δίπλα μου!» ήθελα να έχει το πάτωμα μια καταπακτή για να χωθώ μέσα! Σα βρεμένο γατί πήρα το ακουστικό και η φωνή μου που τόσο σθεντόρια τον είχε αμφισβητήσει, τώρα είχε γίνει ψίθυρος.
Την απορία του δε θα την ξεχάσω ποτέ: «Άραγε, ποια από τις δυο σας με επικαλέστηκε στ' αλήθεια;» με ρώτησε, σα να ήθελε  να με διαβεβαιώσει ότι εκείνος ως Άγιος δεν άκουγε λόγια του στόματος αλλά της ψυχής... «θα μπορούσες να έρθεις αύριο να διαβάσεις εδώ;»  με ρώτησε με μια ευγένεια που όμοιά της δεν έχω συναντήσει. Είπα ναι, όλο ντροπή και χωρίς άλλα λόγια έκλεισε το τηλέφωνο. Το άλλο πρωί στις 7 ήμουν με τους γονείς μου στη Μαλακάσα. Ο Γέροντας είχε δώσει εντολή να ανοίξουν ένα γραφείο για να περιμένω- κι ας  είχε λειτουργία στο Ναό. Εκείνος με αποδεχόταν όπως ήμουν... Όταν με δέχτηκε στο κελάκι, μετά τις 10,  πάλι δεν είχε πολλά λόγια: «Αχ και να πίστευες λίγο! 10 θα έγραφες!» μου είπε απαλά κι άνοιξε το βιβλίο τέσσερις φορές. «δεν πειράζει όμως. Και το 5 καλό είναι!»
Από  τα τέσσερα θέματα διάβασα τα δύο. Τα άλλα τα βρήκα ανούσια και χαζά! Έπεσαν και τα τέσσερα κι εγώ πήρα 5! Καλό ήταν! Καλό μου έκανε!  Άλλωστε πάντα με το Γέροντα 5 έπαιρνα. Το παραπάνω δεν το αντέχω, ούτε το αξίζω και το ξέρω. Μου αρκεί όμως αυτό το 5... με κάνει να νοιώθω ότι τον έχω κοντά μου κι αυτό μου αρκεί.
Όσο για το ότι είναι Άγιος; Το ξέρω μα δε το αντέχει το μυαλό μου... ο γέροντας ήταν άγιος πάντα , μόνο ένας Άγιος θα άντεχε κάποιαν σαν εμένα. Για μένα είναι Άγιος  μα παραμένει  ο Γέροντας, ο δικός μου Γέροντας, αυτός που χρησιμοποιεί  την απιστία και τον εγωισμό και την αμφιβολία μου ως μέσα για να επικοινωνήσει μαζί μου. Είναι ο Γέροντας που  δε με μάλωσε ποτέ, δε με κολάκεψε ποτέ, δε με εγκατέλειψε ποτέ μα μόνο με τα εντελώς απαραίτητα λόγια.
Είναι ο Γέροντας  που  δε μου απαντά  όταν απευθύνομαι σ' αυτόν  από υποκριτικό καθωσπρεπισμό και που με καλωσορίζει  πάντα  όταν του μιλάω  απλά  ως Μάρω... 
 
Μάρω Σιδέρη
 

Τετάρτη, 27 Νοεμβρίου 2013

27 Νοεμβρίου 2013 Αγιοκατάταξη Αγίου Γέροντος Πορφυρίου

Ἀπολυτίκιον. Ἦχος α΄. 
Τῆς ἐρήμου πολίτης. Τῆς Εὐβοίας τὸν γόνον, Πανελλήνων τὸν Γέροντα, τῆς Θεολογίας τὸν μύστην καὶ Χριστοῦ φίλον γνήσιον, Πορφύριον τιμήσωμεν, πιστοί, τὸν πλήρη χαρισμάτων ἐκ παιδός. Δαιμονῶντας γὰρ λυτροῦται, καὶ ἀσθενεῖς ἰᾶται πίστει κράζοντας· δόξα τῷ δεδωκότι σοι ἰσχύν, δόξα τῷ σὲ ἁγιάσαντι, δόξα τῷ ἐνεργοῦντι διὰ σοῦ πᾶσιν ἰάματα. 


Ἀπολυτίκιον.
Ἦχος α΄.
Τῆς ἐρήμου πολίτης.
Τῆς Εὐβοίας τὸν γόνον,
Πανελλήνων τὸν Γέροντα,
τῆς Θεολογίας τὸν μύστην
καὶ Χριστοῦ φίλον γνήσιον,
Πορφύριον τιμήσωμεν, πιστοί,
τὸν πλήρη χαρισμάτων ἐκ παιδός.
Δαιμονῶντας γὰρ λυτροῦται,
καὶ ἀσθενεῖς ἰᾶται πίστει κράζοντας·
δόξα τῷ δεδωκότι σοι ἰσχύν,
δόξα τῷ σὲ ἁγιάσαντι,
δόξα τῷ ἐνεργοῦντι διὰ σοῦ πᾶσιν ἰάματα.
- See more at: http://www.amen.gr/article16055#sthash.QbYOqbpB.dpuf







Παρασκευή, 4 Οκτωβρίου 2013

Το σακί με τις πατάτες

Όταν ήμουν ακόμα μαθητής, είχα έναν υπέροχο δάσκαλο. Μια μέρα είχαμε κουβεντιάσει για το πόσο απαραίτητο είναι να μην κρατάμε θυμό μέσα μας, αλλά να κοιτάμε πως θα απαλλαγούμε από αυτόν… Μας πρότεινε, λοιπόν, να φέρουμε όλοι μια πλαστική σακούλα και ένα μικρό σακί με πατάτες. Τον κοιτάξαμε έκπληκτοι, αλλά είχαμε μάθει πως δεν αστειεύεται με κάτι τέτοια. Έτσι την άλλη μέρα ο καθένας μας έφερε ό,τι μας είχε ζητήσει.
Τότε εκείνος λέει: – Κάθε φορά που αποφασίζετε να μην συγχωρέστε κάποιον, να παίρνετε μια πατάτα, να γράφετε πάνω της το όνομα εκείνου και την ημερομηνία και να την βάζετε μέσα στην πλαστική σακούλα.
Δεν πέρασε πολύς καιρός που μερικές σακούλες ήταν αρκετά βαριές.
Μας είπε επίσης αυτή την σακούλα να την κουβαλάμε μαζί μας, όπου κι αν πηγαίνουμε. Στο δρόμο, στο αυτοκίνητο, στο σχολείο, στα ψώνια παντού. Καταλαβαίνεις γιατί έτσι;
Μ’ αυτό τον τρόπο ήθελε να μας δείξει ότι δεν πρέπει να ξεχνάμε το βάρος που κουβαλάμε. Να έχουμε επίγνωση κάθε στιγμή. Να το έχουμε μαζί μας ακόμα και στα μέρη που είναι κάπως… καθως πρέπει. Για φαντάσου τώρα να έχεις μια σακούλα με πατάτες στην disco.
Όπως επίσης φαντάσου ότι αρκετές από αυτές τις πατάτες είχαν αρχίσει να σαπίζουν. Για να μας θυμίζουν το τίμημα που έχουμε να πληρώσουμε για τον αρνητισμό και τον πόνο μέσα μας, όταν δεν αποφασίζουμε να συγχωρούμε.
Πάρα πολλές φορές σκεφτόμαστε πως το να συγχωρήσουμε κάποιον είναι ένα δώρο που του κάνουμε. Θαρρώ πως είναι το αντίθετο. Είναι δώρο στον εαυτό μας. Απαλλασσόμαστε από ένα περιττό βάρος.
Την επόμενη φορά λοιπόν που θα σκεφτείς πόσο δύσκολο είναι να συγχωρέσεις κάποιον θυμήσου: «Δεν είναι ήδη αρκετά βαριά η σακούλα σου;»

Πέμπτη, 3 Οκτωβρίου 2013

ΚΟΜΠΟΣΧΟΙΝΙ: Φετίχ ή εργαλείο προσευχής;

Αμέτρητα χέρια το φιλοξενούν,λίγα το χρησιμοποιούν. Πάμπολλοι οι χριστιανοί που το θέλουν, ελάχιστοι που το ''ξέρουν''.Ο λόγος για το κομποσχοίνι.
Εργόχειρο για κάποιους,φυλαχτό για άλλους.Από μέσο αρίθμησης προσευχών έγινε αντικαταστάτης τους. Για εξυπηρετηση το πλέκουν λίγοι, λόγω μόδας το έχουν πολλοί. Αντιφάσεις που ακουμπούν την πλάνη και απέχουν από τον σκοπό ύπαρξής του.
Η κατασκευή του,το "πλέξιμο'' δηλαδή, ήταν και είναι διακόνημα για τους μοναχούς. Άρα ώρα και καρπός προσευχής. Στις ημέρες μας βιομηχανοποιήθηκε, έγινε προϊόν ακόμα και εισαγωγής .Η ζήτηση έφερε τις λύσεις ανάγκης, όχι πάντως πατροπαράδοτες και ορθόδοξες.
Φαινόμενο των καιρών μας είναι ότι ,το βλέπουμε ως στοιχείο διακοσμητικό σε αρχιερατικές ραύδους,χρωματιστό και ανάλογο των αμφίων,στολισμένο με χάντρες πολύχρωμες.Αντί για ευκολία σε ώρα προσευχής,έγινε ευκαιρία επίδειξης δήθεν πνευματικότητας.
Οι (τυχαίες;) φωτογραφίες προσευχομένων επιφανών κληρικών με μεγάλο κομποσχοίνι φιλοξενούνται συχνά στις σελίδες εκκλησιαστικών εντύπων.Το έχουν μερικοί φαίνεται ανάγκη για να δείξουν το αυτονόητο,ότι προσεύχονται. Αφορμή για να διαφημίσουν τον γεροντισμό τους και να γεμίσουν τον κούφιο εσωτερικό τους κόσμο με στοιχεία στην ουσία απλά.
Για τους σωστά προσευχόμενους είναι ένα τυπικό μέσο προσευχής.Έγινε όμως θέατρο για να βοηθήσει την αποδοχή τους απο τον περίγυρό ως πνευματικών προσώπων.Τα πάντα αλλάζουν εμπρός στον φακό φωτογραφικής μηχανής ή κάμερας.
Ηδονίζονται όλοι στην θέα αυτή και ας είναι προσποιητή και ψεύτικη.Αποδείξεις όλα, αφ΄ενος μεν της εκμετάλλευσης της πίστης και αφ΄ ετέρου της φαιδρότητάς τους.
Παρανοήθηκε εκούσια ή ακούσια ο σκοπος του κομποσχοινιού. Πρώτη φορά γίνεται άλλωστε στα εκκλησιαστικά πράγματα τέτοια παρεξήγηση; Είναι υπερβολή όπου και όποτε βλέπουμε να ζητούν οι χριστιανοί ένα κομποσχοίνι,να είναι "διαβασμένο" σαν ευλογία.
Είναι ευχάριστο και εύοιωνο που υπάρχουν πνευματικές αναζητήσεις από τους ανθρώπους ,ιδίως στους καιρούς μας τους τόσο υλιστικούς και ξερούς. Δεν πρέπει όμως να χαϊδεύουμε αυτιά και συνειδήσεις. Μόνο και μόνο επειδή το αγόρασαν και το ακούμπησαν σε εικόνα ή λείψανο αγίου,δεν σημαίνει ότι έχει και χάρη διαφορετικη. Μόνο φετιχιστική είναι η σχέση αυτή που έχουν με τα θέματα της πίστης μας.
Ρασοφόροι υποκινούν τέτοιες πρακτικές και αποπροσανατολίζουν,χωρίς να διδάσκουν την χρησιμότητά του. Θέλουν μόνο να το επιδεικνύουν.
Έγκαιρα και έγκυρα πρέπει διευκρινίζουμε ,όχι το πού και πώς αποκτήσαμε το κομποσχοίνι,αλλά το γιατί.Να εξηγήσουμε σ΄όλους ότι το χρειαζόμαστε στην νοερές προσευχές μας, μ΄εκείνο τις μετράμε βάσει των οδηγιών που έχουμε από τον πνευματικό μας.
Δεν είναι ποτέ διακοσμητικό,ούτε φέρει μαγικές δυνάμεις,η ευλογία Θεού ξεχωριστή.Είναι ένα αριθμητήρι στο χέρι του προσευχόμενου. Δεν έχει λόγο ύπαρξης μάλιστα σε ώρα κοινής Λατρείας,όπως στην Θ.Λειτουργία ή τις ακολουθίες,εκεί μιλά το αναλόγιο και ο λειτουργός Ιερέας. Είναι σκληρή η πραγματικότητα για όσους έχουν επενδύσει σ' αντίθετες ερμηνείες, για εξωραϊσμό της εξωτερικής εικόνας τους ως χριστιανοί -κληρικοί και λαϊκοί- και για άγρα οπαδών.
Πρέπει να επαναπροσδιορίσουμε (και μέσα από τα κηρύγματά μας) τον λόγο ύπαρξης και τον τρόπο χρήσης του κομποσχοινιού.Οι παρανοήσεις είναι επιζήμιες παντού και πάντα.Θα είμαστε αναπολόγητοι αν δεν το κάνουμε. Μην αφήνουμε τον λαό έρμαιο προσωπολατρικών επιλογών ,εξαιτίας αντικειμένων,που οδηγούν ακόμα και σε δυσειδαιμονικές αντιλήψεις.
Πρέπει να μιμηθούμε όλους αυτούς που έχουν και ξέρουν για το κομποσχοίνι και που σωστά το χρησιμοποιούν, υπάρχουν ως μεγάλη εξαίρεση στα προαναφερθέντα.Να το έχουμε λοιπόν ως εργαλείο στην προσευχή μας και όχι ως φετίχ.
Έχει την αξία του στην ώρα του και μόνο.Να είναι μαύρου χρώματος και απλό στην εμφάνιση. Δεν είναι στολίδι χεριών ή συνεισφορά στον εγωισμό μας. Εκτός αν αυτό επιδιώκουμε........

Αρχιμανδρίτης Χρυσόστομος Χρυσόπουλος 
πηγή: dogma.gr

Τετάρτη, 25 Σεπτεμβρίου 2013

Τι συμβολίζουν τα σήμαντρα και τα τάλαντα

Πριν τη διάδοση της καμπάνας ήταν σε χρήση τα σήμαντρα, τόσο στα Μοναστήρια όσο και στους ενοριακούς Ναούς.Κατά την περίοδο της Τουρκοκρατίας, επανήλθε η χρήση τους, καθώς απαγορεύτηκε ο χτύπος της καμπάνας.Σήμερα είναι σε χρήση μόνον στα Μοναστήρια. Ανάλογα με την Ακολουθία του νυχθημέρου, είναι σε χρήση και το αντίστοιχο σήμαντρο.
Με αυτή την ονομασία αναφέρονται:
α) Το τάλαντο ή χειροσήμαντρο, το οποίο είναι μια μακρόστενη σανίδα που στις άκρες μπορεί να έχει τρείς ή πέντε οπές. Οι τρείς οπές συμβολίζουν τον Τριαδικό Θεό, ενώ οι πέντε οπές, σε σχήμα Σταυρού, τις ανθρώπινες αισθήσεις που πρέπει να είναι σε εγρήγορση. Ο ήχος συμβολίζει την διδασκαλία της Παλαιάς Διαθήκης, τα βήματα του Θεού μέσα στον Παράδεισο, όταν επισκεπτόταν τους πρωτοπλάστους αλλά, και το κάλεσμα του Νώε για την είσοδο των ζώων κατά ζεύγη στην κιβωτό.
Παλαιά Διαθήκη, Γένεση – Κεφάλαιο 3, Στίχοι 8 – 10..«Και άκουσαν τη φωνή τού Κυρίου τού Θεού, να περπατάει στον παράδεισο προς το δειλινό· και ο Αδάμ και η γυναίκα του κρύφτηκαν από το πρόσωπο του Κυρίου τού Θεού, ανάμεσα στα δέντρα τού παραδείσου. Και ο Κύριος ο Θεός κάλεσε τον Αδάμ, και του είπε: Πού είσαι; Κι εκείνος είπε: Άκουσα τη φωνή σου στον παράδεισο, και φοβήθηκα, επειδή είμαι γυμνός· και κρύφτηκα».Το τάλαντο είναι και μονάδα βάρους καθώς και νομισματική υποδιαίρεση, που χρησιμοποιούσαν οι Αιγύπτιοι, οι Εβραίοι, οι Έλληνες οι Ρωμαίοι.
Το τάλαντο ως μονάδα βάρους, συμβολικά μεταφέρεται και καθορίζει το βάρος των αγαθών έργων και της πίστης για τη σωτηρία της ψυχής.
β) Το μεγασήμαντρο ή κόπανος είναι μια κρεμαστή χοντρή μακρόστενη σανίδα, που έχει και αυτή στις άκρες τρείς ή πέντε οπές, συμβολίζοντας αντίστοιχα τον Τριαδικό Θεό και τις πέντε ανθρώπινες αισθήσεις, οι οποίες πρέπει να είναι σε εγρήγορση. Ο ήχος συμβολίζει την διδασκαλία την Καινής Διαθήκης, την παρουσία του ενανθρωπήσαντος Θεού στην γη και το κήρυγμά Του, καθώς και το δοθέν τάλαντο, το οποίο πρέπει να αξιοποιήσει ο άνθρωπος, σύμφωνα με την παραβολή των ταλάντων.
Κατά Ματθαίον Ευαγγέλιο, Κεφάλαιο 25, Στίχοι 14 – 30..
«Επειδή, θα΄ρθει σαν ένας άνθρωπος ο οποίος, προκειμένου να αποδημήσει, κάλεσε τους δούλους του, και τους παρέδωσε τα υπάρχοντά του· και σε έναν μεν έδωσε πέντε τάλαντα, σε άλλον δε δύο, και σε άλλον ένα· σε κάθε έναν σύμφωνα με τη δική του ικανότητα· κι αμέσως αποδήμησε. Εκείνος δε που πήρε τα πέντε τάλαντα πήγε, και δουλεύοντας μ’ αυτά, έκανε άλλα πέντε τάλαντα. Το ίδιο και εκείνος που πήρε τα δύο, κέρδησε κι αυτός άλλα δύο. Εκείνος δε που πήρε το ένα, πήγε και έσκαψε στη γη, και έκρυψε το ασήμι τού κυρίου του. Και μετά από πολύ καιρό έρχεται ο κύριος εκείνων των δούλων, και κάνει λογαριασμό μαζί τους.Και όταν ήρθε αυτός που πήρε τα πέντε τάλαντα, παρουσίασε άλλα πέντε τάλαντα, λέγοντας: Κύριε, πέντε τάλαντα μου παρέδωσες· δες, με βάση αυτά κέρδησα άλλα πέντε τάλαντα. Και ο κύριός του είπε σ’ αυτόν: Εύγε, δούλε αγαθέ, και πιστέ· στα λίγα φάνηκες πιστός, επάνω σε πολλά θα σε καταστήσω· μπες μέσα στη χαρά τού κυρίου σου. Και καθώς ήρθε κοντά και εκείνος που πήρε τα δύο τάλαντα, είπε: Κύριε, δύο τάλαντα μου παρέδωσες· δες, με βάση αυτά κέρδησα άλλα δύο τάλαντα. Και ο κύριός του είπε σ’ αυτόν: Εύγε, δούλε αγαθέ, και πιστέ· στα λίγα φάνηκες πιστός, επάνω σε πολλά θα σε καταστήσω· μπες μέσα στη χαρά τού κυρίου σου.
Και καθώς ήρθε κοντά και εκείνος που πήρε το ένα τάλαντο, είπε: Κύριε, σε γνώρισα ότι είσαι σκληρός άνθρωπος, θερίζοντας όπου δεν έσπειρες, και μαζεύοντας απ’ όπου δεν διασκόρπισες· και επειδή φοβήθηκα, πήγα και έκρυψα το τάλαντό σου μέσα στη γη· δες, έχεις το δικό σου. Και ο κύριός του, απαντώντας, είπε σ’ αυτόν: Πονηρέ δούλε και οκνηρέ, ήξερες ότι θερίζω όπου δεν έσπειρα, και μαζεύω απ’ όπου δεν διασκόρπισα· έπρεπε, λοιπόν, να βάλεις το ασήμι μου στους τραπεζίτες· και όταν ερχόμουν εγώ, θα έπαιρνα το δικό μου μαζί με τόκο. Πάρτε, λοιπόν, απ’ αυτόν το τάλαντο, και δώστε το σ’ αυτόν που έχει τα δέκα τάλαντα. Επειδή, σε όποιον έχει, θα δοθεί, και θα του περισσεύσει· και απ’ αυτόν που δεν έχει, και εκείνο που έχει, θα αφαιρεθεί απ’ αυτόν. Και τον αχρείο δούλο ρίξτε τον στο εξώτερο σκοτάδι· εκεί θα είναι το κλάμα και το τρίξιμο των δοντιών».Ο κόπανος είναι ένα παλαιό χειρωνακτικό γεωργικό εργαλείο για το αλώνισμα των δημητριακών. Η μετατροπή και χρήση του εργαλείου αυτού από την Εκκλησία συμβολίζει το πνευματικό «αλώνισμα» των ψυχών.
γ) Το αγιοσίδερο είναι μεταλλικό σήμαντρο, που με τον ήχο του συμβολίζει και υπενθυμίζει την σάλπιγγα του Αγγέλου, η οποία θα ακουστεί κατά την Δευτέρα Παρουσία του Κυρίου, την φωνή του Θεού που θα αποδώσει στον κάθε άνθρωπο την δίκαιη κρίση Του.

Δευτέρα, 23 Σεπτεμβρίου 2013

Άγιος Σιλουανός ο Αθωνίτης


Σήμερα υπάρχουν λίγοι μόνο γέροντες πού γνωρίζουν την αγάπη του Κυρίου για μας και γνωρίζουν τον αγώνα εναντίον των εχθρών και ότι οι εχθροί κατατροπώνονται μόνο με την κατά Χριστόν ταπείνωση.
Τόσο αγαπά ο Κύριος τον άνθρωπο, που του δίνει πλούσια τις δωρεές του Αγίου Πνεύματος. Μέχρις ότου, όμως, μάθει η ψυχή να διατηρεί τη χάρη, θα βασανίζεται για πολύ.
Τον πρώτο καιρό μετά τη δωρεά του Αγίου Πνεύματος σκέφθηκα: Ο Κύριος μου συγχώρεσε τις αμαρτίες μου, το μαρτυρεί μέσα μου η χάρη. Τι μου χρειάζεται, λοιπόν, περισσότερο; Δεν πρέπει, όμως, να σκεφτόμαστε έτσι. Παρότι μας συγχωρούνται οι αμαρτίες, εν τούτοις πρέπει να τις θυμόμαστε σε όλη τη ζωή μας και να θλιβόμαστε γι΄ αυτές, για να διατηρούμε τη συντριβή της καρδιάς. Εγώ δεν το γνώριζα αυτό και έπαυσα να έχω συντριβή και υπέφερα πολλά από τους δαίμονες. Και απορούσα, τι συμβαίνει με μένα. Η ψυχή μου γνωρίζει τον Κύριο και την αγάπη Του· τότε πώς μου έρχονται κακοί λογισμοί; Αλλά ο Κύριος με σπλαγχνίστηκε και με δίδαξε ο Ίδιος πώς πρέπει να ταπεινώνομαι: «Κράτα το νου σου στον Άδη και μην απελπίζεσαι».
Με τον τρόπο αυτό νικώνται οι εχθροί. Όταν, όμως, ο νους μου λησμονεί το πυρ του άδη, τότε οι λογισμοί αποκτούν και πάλι δύναμη.
Όποιος έχασε τη χάρη, όπως εγώ, αυτός ας πολεμά με γενναιότητα τους δαίμονες. Γνώριζε πώς εσύ ο ίδιος είσαι ο ένοχος: έπεσες στην υπερηφάνεια και τη ματαιοδοξία. Όμως, ο πολυέλεος Κύριος σε αφήνεις να μάθεις τι σημαίνει να ζεις με το Άγιο Πνεύμα και τι σημαίνει να βρίσκεσαι σε πόλεμο με τους δαίμονες. Έτσι, η ψυχή βλέπει εκ πείρας πόσο ολέθρια είναι η υπερηφάνεια και αποφεύγει τη ματαιοδοξία και τους ανθρώπινους επαίνους και διώχνει τους υπερήφανους λογισμούς. Τότε η ψυχή αρχίζει να γίνεται καλά και μαθαίνει να διατηρεί τη χάρη. Πώς θα καταλάβεις αν η ψυχή είναι υγιής ή άρρωστη; Η άρρωστη ψυχή είναι υπεροπτική, ενώ η υγιής ψυχή αγαπά την ταπείνωση, όπως τη δίδαξε το Άγιο Πνεύμα, και όσο δεν γνωρίζει ακόμη αυτή τη Θεία ταπείνωση πρέπει να θεωρεί τον εαυτό της χειρότερο απ΄ όλους.
... «Εσύ, Κύριε, μου δείχνεις τη δόξα Σου, γιατί αγαπάς το πλάσμα σου. Σε μένα, όμως, δώσε δάκρυα κατανύξεως και τη δύναμη να Σε ευχαριστώ. Σε Σένα βέβαια αρμόζει δόξα στον ουρανό και στη γη, σε μένα, όμως, ταιριάζουν δάκρυα για τις αμαρτίες μου»...
... Ο Κύριος με λυπήθηκε πολύ και μου έδωσε να καταλάβω ότι πρέπει να κλαίω σε όλη μου τη ζωή. Αυτή είναι η οδός του Κυρίου. Και τα γράφω αυτά τώρα από πόνο για τους ανθρώπους, πού, όπως κι εγώ, είναι υπερήφανοι και γι΄ αυτό πάσχουν. Τα γράφω, για να μάθουν την ταπείνωση και να βρουν ανάπαυση εν τω Θεώ...
Είναι μεγάλο αγαθό να μάθει κάποιος την κατά Χριστόν ταπείνωση. Με αυτή γίνεται εύκολη και ευχάριστη η ζωή και όλα γίνονται αγαπητά στην καρδιά. Μόνο στους ταπεινούς εμφανίζεται ο Κύριος εν Πνεύματι Αγίω και αν δεν ταπεινωθούμε, δεν θα δούμε τον Θεό. Η ταπείνωση είναι το φως, μέσα στο οποίο μπορούμε να δούμε τον Θεό-Φως, όπως ψάλλεται: «Εν τω φωτί Σου οψόμεθα φως».
Ο Κύριος με δίδαξε να κρατώ το νου μου στον άδη, και να μην απελπίζομαι. Με τον τρόπο αυτόν ταπεινώνεται η ψυχή μου, αλλ΄ αυτό δεν είναι ακόμη η αληθινή κατά Χριστόν ταπείνωση, που είναι απερίγραπτη...
... Ω, προσευχηθείτε για μένα όλοι οι Άγιοι, για να μάθει η ψυχή μου την ταπείνωση του Χριστού. Τη διψά η ψυχή μου, αλλά δεν κατορθώνω να την αποκτήσω και την ζητώ με δάκρυα, σαν το παιδί που ζητά τη μητέρα του, όταν τη χάσει.
«Πού είσαι, Κύριέ μου; Κρύφτηκες από την ψυχή μου και Σε ζητώ με δάκρυα»...
... Πρέπει να υπομείνεις πολλούς κόπους και να χύσης πολλά δάκρυα, για να διατηρήσεις το πνεύμα ταπεινωμένο κατά Χριστόν. Χωρίς αυτό σβήνει το φως της ζωής στην ψυχή και αυτή πεθαίνει.
Μπορείς σε σύντομο χρονικό διάστημα να αποξηράνεις το σώμα με τη νηστεία. Να ταπεινώσεις όμως την ψυχή έτσι, που να μένει συνεχώς ταπεινή, αυτό ούτε εύκολο είναι ούτε σύντομα έρχεται. Η οσία Μαρία η Αιγύπτια πάλευε δεκαεπτά χρόνια με τα πάθη, σαν με άγρια θηρία, και μόνο τότε βρήκε ανάπαυση. Και όμως το σώμα της μαράθηκε σε λίγο χρόνο, γιατί στην έρημο δεν υπάρχει πολλή τροφή...
... Ποθεί η ψυχή μου να δει τον Κύριο και διψά γι΄ Αυτόν με ταπείνωση, γιατί είναι ανάξια για τέτοιο μεγάλο αγαθό.
Η υπερηφάνεια εμποδίζει την ψυχή να μπει στο δρόμο της πίστεως. Στον άπιστο δίνω αυτή τη συμβουλή. Ας πει: «Κύριε, αν υπάρχεις, φώτισέ με και θα Σε υπηρετήσω με όλη την καρδιά μου και με όλη την ψυχή μου». Και ο Κύριος οπωσδήποτε θα φωτίσει μια τέτοια ταπεινή σκέψη και προθυμία για την υπηρεσία του Θεού. Δεν πρέπει, όμως, να λέει: «Αν υπάρχεις, τότε παίδεψέ με», γιατί αν έρθει η τιμωρία, είναι δυνατό να μη βρεις τη δύναμη να ευχαριστήσεις τον Θεό και να μετανοήσεις...
... Για να σωθείς, είναι ανάγκη να ταπεινωθείς. Γιατί τον υπερήφανο, και με τη βία να τον βάλεις στον παράδεισο, κι εκεί δεν θα βρει ανάπαυση, γιατί δεν θα είναι ικανοποιημένος και θα λέει: «Γιατί δεν είμαι εγώ στην πρώτη θέση;» Αντίθετα, η ταπεινή ψυχή είναι γεμάτη αγάπη και δεν επιδιώκει πρωτεία, αλλά επιθυμεί για όλους το καλό και είναι ευχαριστημένη με όλα.
... Ο κενόδοξος ή φοβάται τους δαίμονες ή γίνεται όμοιος με αυτούς. Δεν πρέπει, όμως, να φοβόμαστε τους δαίμονες, αλλά πρέπει να φοβόμαστε την κενοδοξία και την υπερηφάνεια, γιατί προκαλούν την απώλεια της χάριτος...
... Ο Κύριος μας αγαπά πολύ. Και, όμως, εμείς πέφτομε σε αμαρτίες, γιατί δεν έχουμε ταπείνωση. Για να διαφυλάξεις την ταπείνωση, πρέπει να νεκρώσεις τη σάρκα και να δεχτείς το Πνεύμα του Χριστού. Οι Άγιοι είχαν ισχυρό πόλεμο με τους δαίμονες και νίκησαν με την ταπείνωση, την προσευχή και τη νηστεία.
Όποιος ταπείνωσε τον εαυτό του, αυτός νίκησε τους εχθρούς.
... Τι πρέπει να κάνει κάποιος, για να έχει ειρήνη στην ψυχή και το σώμα;
Πρέπει ν΄ αγαπά όλους τους ανθρώπους, όπως τον εαυτό του, και να είναι κάθε ώρα έτοιμος για το θάνατο. Όταν η ψυχή θυμάται το θάνατο, ταπεινώνεται και παραδίνεται ολόκληρη στο θέλημα του Θεού και επιθυμεί να έχει ειρήνη με όλους και να τους αγαπά όλους.
Όταν έρθει στην ψυχή η ειρήνη του Χριστού, τότε είναι ευχαριστημένη να κάθεται, όπως ο Ιώβ, στην κοπριά και χαίρεται που βλέπει τους άλλους δοξασμένους και η ίδια είναι η πιο ασήμαντη από όλους. Το μυστήριο της κατά Χριστόν ταπεινώσεως είναι μεγάλο και άρρητο. Η ψυχή που αγαπά, επιθυμεί για κάθε άνθρωπο περισσότερα αγαθά παρά για τον εαυτό της, και χαίρεται να βλέπει τους άλλους να είναι πιο ευτυχισμένοι από την ίδια και θλίβεται, όταν τους βλέπει να βασανίζονται...
... Ο Κύριος αγαπά τους ανθρώπους. Εν τούτοις παραχωρεί τις θλίψεις, για να γνωρίσουν οι άνθρωποι την αδυναμία τους και να ταπεινωθούν και με την ταπείνωση να λάβουν το Άγιο Πνεύμα. Με το Άγιο Πνεύμα όλα γίνονται ωραία, χαρούμενα, υπέροχα...
... Λες: Με βρήκαν πολλές συμφορές. Εγώ, όμως, θα σου πω -μάλλον ο Κύριος ο Ίδιος λέει: Ταπεινώσου και θα δεις πώς όλες οι συμφορές σου θα μετατραπούν σε ανάπαυση, έτσι πού συ ο ίδιος έκπληκτος θα λες: Γιατί λοιπόν πριν βασανιζόμουν και στενοχωριόμουν τόσο; Τώρα, όμως, χαίρεσαι, γιατί έχεις ταπεινωθεί και ήρθε η χάρη του Θεού. Τώρα, και αν ακόμη μείνεις μόνο εσύ φτωχός στον κόσμο, δεν θα σε εγκαταλείψει η χαρά, γιατί δέχθηκες στην ψυχή σου την ειρήνη εκείνη, για την οποία λέει ο Κύριος: «Ειρήνην την Εμήν δίδωμι υμίν». Έτσι δίνει ο Κύριος σε κάθε ταπεινή ψυχή την ειρήνη Του, που ξεπερνά τον ανθρώπινο νου.
* * *
Ο Κύριος δεν εμφανίζεται στην υπερήφανη ψυχή. Η υπερήφανη ψυχή, ακόμη και αν μελετήσει όλα τα βιβλία, ποτέ δεν θα γνωρίσει τον Κύριο, γιατί με την υπεροψία της δεν αφήνει μέσα της χώρο για τη χάρη του Αγίου Πνεύματος -και ο Κύριος γνωρίζεται μόνο με το Άγιο Πνεύμα.
... Αν ήμασταν ταπεινοί, ο Κύριος από αγάπη θα μας αποκάλυπτε όλα τα μυστήρια. Αλλά η συμφορά μας είναι πώς δεν είμαστε ταπεινοί, υπερηφανευόμαστε και είμαστε ματαιόδοξοι για κάθε τι ασήμαντο κι έτσι βασανίζουμε τον εαυτό μας και τους άλλους...
... Είναι αξιολύπητοι οι άνθρωποι που δεν γνωρίζουν τον Θεό, και πονώ γι΄ αυτούς. Υπερηφανεύονται, γιατί πετούν· αλλά τί το αξιοθαύμαστο; Και τα πουλιά πετούν, και δοξάζουν τον Θεό. Και, όμως, ο άνθρωπος, το κτίσμα του Θεού, εγκαταλείπει τον Κτίστη. Αλλά σκέψου, πώς θα σταθείς στην Φοβερή Κρίση του Θεού; Πού θα πορευθείς ή πού θα κρυφτείς από το Πρόσωπο του Θεού;...
... Υπάρχουν πολλά είδη ταπεινώσεως. Ο ένας είναι υπάκουος και μέμφεται για όλα τον εαυτό του, και αυτό είναι ταπείνωση. Ο άλλος μετανοεί για τις αμαρτίες του και θεωρεί τον εαυτό του βδέλυγμα ενώπιον του Κυρίου, και αυτό είναι ταπείνωση. Άλλη ταπείνωση, όμως, έχει εκείνος που γνώρισε τον Κύριο με το Πνεύμα το Άγιο· εκείνος έχει άλλη γνώση και άλλη γεύση.
Όταν η ψυχή δει με το Άγιο Πνεύμα τον Κύριο, πόσο πράος και ταπεινός είναι, τότε ταπεινώνεται και η ίδια τελείως. Και η ταπείνωση αυτή είναι εντελώς ιδιαίτερη· κανένας δεν μπορεί να την περιγράψει, και γνωρίζεται μόνο εν Πνεύματι Αγίω. Κι αν οι άνθρωποι γνώριζαν εν Πνεύματι Αγίω ποιος είναι ο Κύριός μας, τότε όλοι θα άλλαζαν: οι πλούσιοι θα εγκατέλειπαν τα πλούτη τους, οι επιστήμονες τις επιστήμες τους, οι κυβερνήτες τη δόξα και την εξουσία τους και θα γινόταν όλοι ταπεινοί, θα ζούσαν με μεγάλη ειρήνη και αγάπη και θα βασίλευε μεγάλη χαρά στη γη...
... Κύριε , δώσε να γνωρίσουν όλοι οι λαοί της γης πόσο μας αγαπάς και ποια θαυμαστή ζωή χαρίζεις σε όσους πιστεύουν σε Σένα.
 
Πνευματικές δοκιμασίες...

Δεν είναι πάντοτε χωρίς πόνο για τον άνθρωπο η πορεία προς τον Θεό. Κατά την περίοδο της άρσεως της χάριτος, που συνήθως διαρκεί πολλά χρόνια, ο Θεός μπορεί να φανεί στην ψυχή ανίλεως. Μή βρίσκοντας το έλεος του Θεού παρά την ακραία για τις δυνάμεις του άσκηση και τον κόπο, ο άνθρωπος πάσχει τόσο πολύ, ώστε, αν μπορούσε, θα απαρνιόταν τελείως κάθε ύπαρξη.
Σε τί συνίσταται το πάθος του;
Η απάντηση στο ερώτημα αυτό δεν είναι εύκολος.
Αφού γνώρισε τον Θεό, αφού γνώρισε τη ζωή στο φως του Προσώπου του Θεού, η ψυχή στον κόσμο δεν βρίσκει χαρά ή ικανοποίηση σε τίποτε πια και με τίποτε δεν μπορεί να αναπαυθεί. Και, όμως, όλα την περιβάλλουν, εκτός από τον Θεό. Ό,τι γνώρισε ως κακό, ως σκοτάδι, κάθε δαιμονική ενέργεια την παρενοχλεί και το μαρτύριο των παθών πλησιάζει κατά καιρούς τη μεγαλύτερη ένταση, ενώ ο Θεός, θάλεγε κανείς, αποστρέφεται τον άνθρωπο και σε καμιά κραυγή του δεν προσέχει. Σαν το πιο ανυπεράσπιστο όν αιωρείται επάνω από τη φοβερή άβυσσο και επικαλείται τη βοήθεια του Θεού, αλλά κανένας στεναγμός του δεν εισακούεται. Ο Θεός φαίνεται σαν να μην ενδιαφέρεται καθόλου για το πάθος του. Η ψυχή γνωρίζει την έκπτωσή της από την αγάπη του Θεού και τυραννιέται συνειδητοποιώντας την αδικία και την απιστία της προς τον Θεόν, αλλά συγχρόνως βοά προς Αυτόν για έλεος. Μάταια όμως. Ο Θεός στέκεται ενώπιον της ψυχής μόνο ως ελεγκτής των ανομιών της και αυτή συντρίβεται από τους ελέγχους αυτούς. Αναγνωρίζει την αλήθεια της κρίσεως του Θεού, αλλά ο πόνος της δεν μειώνεται. Βυθίζεται στη σκιά του θανάτου όχι φανταστικά, αλλά πραγματικά και υποφέρει φρικτά, γιατί δεν βρίσκει κοντά της τον Θεό, τον Οποίο επικαλείται ημέρα και νύχτα.
Τίθεται το ερώτημα: Γιατί όλα αυτά;
Τον καιρό της δοκιμασίας δεν μπορεί η ψυχή να το δεχθεί αυτό ως εκδήλωση του μεγαλείου της αγάπης ή της εκτιμήσεως της από τον Θεό, ως επιθυμία Του να καταστήσει τον ασκητή κατ΄ εικόνα Του, δηλαδή κύριο και βασιλιά, να του μεταδώσει την αγιότητα και το πλήρωμα της Θείας υπάρξεως. Η ψυχή ένα μόνο γνωρίζει: Ο Θεός την εγκατέλειψε, αφού πιο πριν έλαμψε σε αυτήν το Φως Του κι έτσι πλήθυνε άμετρα τις θλίψεις της. Και όταν εξαντλημένη τελείως δεν βλέπει τον Θεό να στρέφεται με την ευσπλαγχνία Του προς αυτήν, τότε γεμίζει σκέψεις και αισθήματα, για τα οποία τηρείται σιωπή. Η ψυχή κατεβαίνει στον άδη, όχι όπως εκείνοι που δεν γνώρισαν το Πνεύμα του Θεού, όσοι δεν έχουν μέσα τους το φως της αληθινής Θεογνωσίας και συνεπώς είναι τυφλοί. Όχι. Η ψυχή κατεβαίνει εκεί ικανή να κατανοήσει το βαθύ σκοτάδι που αντικρύζει.
Αυτό συμβαίνει μόνο με όσους γνώρισαν τη Θεία χάρη και ύστερα την έχασαν. Το σπέρμα της αγάπης του Θεού που έπεσε στα βάθη της γεννά στην ψυχή μετάνοια, πού κατά τη δύναμη και το βάθος της ξεπερνά το μέτρο της συνηθισμένης θρησκευτικής συνειδήσεως. Ο άνθρωπος απευθύνεται προς τον Θεό με μεγάλο θρήνο, με όλη τη δύναμή του, με όλο το είναι του και έτσι μαθαίνει την προσευχή πού τον αποσπά από τον κόσμο αυτόν σε έναν άλλο, όπου ακούει ρήματα άρρητα για ανθρώπινη γλώσσα. Άρρητα, γιατί, μόλις εκφρασθούν με συνήθεις λέξεις και έννοιες, επιτρέπουν σε όποιον τα ακούει να βλέπει και να εννοεί μόνο ό,τι γνώρισε έκ πείρας και τίποτε περισσότερο. Και όταν η ψυχή περάσει από όλες αυτές τις βαρειές δοκιμασίες, διαβλέπει μέσα της ότι δεν υπάρχει στον κόσμο τόπος, πόνος, χαρά, δύναμη ή κτίσμα, πού θα μπορούν να τη χωρίσουν από την αγάπη του Θεού. Και το σκοτάδι αδυνατεί πια να καταβροχθίσει το φως της νέας ζωής που έχει μέσα της.
Η πορεία με τον Θεό δεν είναι πάντοτε ανώδυνη για τον άνθρωπο. Το ίδιο και η ζωή με τους αγίους δεν είναι πάντοτε εύκολη. Πολλοί σκέπτονται με αφέλεια ότι όλα είναι ευχάριστα με τους αγίους· λυπούνται, γιατί ζουν ανάμεσα σε αμαρτωλούς και νοσταλγούν να συναντήσουν έναν άγιο. Η ψυχή, που προηγουμένως ήταν θλιμμένη, νομίζει εξαιτίας της γεμάτης από χαρά και ελπίδα συνάντησης ότι η διαμονή με τους αγίους ενεργεί πάντοτε τόσο χαροποιά στην ψυχή. Απατάται όμως. Κανένας άγιος δεν μπορεί να μας ελευθερώσει από τον αναπόφευκτο αγώνα κατά της αμαρτίας, η οποία ενεργεί μέσα μας. Μπορεί να συνεργήσει με την προσευχή, να βοηθήσει με το λόγο και τη διδαχή, να ενισχύσει με το παράδειγμά του, αλλά είναι αδύνατον να μας απαλλάξει από τον κόπο και την άσκηση. Και όταν ο άγιος μας προσκαλεί και μας ελκύει να ζήσουμε σύμφωνα με τις εντολές, τότε μπορεί να φανεί και «σκληρός». Είπαν μερικοί και ως τώρα εξακολουθούν να λένε για τον Ίδιο τον Χριστό, «σκληρός εστίν ούτος ο λόγος· τις δύναται Αυτού ακούειν;» (Ιωάν. ς΄60). Έτσι και ο λόγος των αγίων, όταν απαιτούν να φυλάξουμε τις ευαγγελικές εντολές, γίνεται δυσβάστακτος και «σκληρός».
Ο Γέροντας Σιλουανός ήταν πάντοτε πράος, συγκαταβατικός, ήπιος, αλλά ποτέ δεν έκανε παρέκκλιση από όσα διδάχθηκε από τον Θεό. Η στάση του ήταν απλή και σαφής: «Ο Θεός οικτίρει τους πάντας... Ούτως ηγάπησε τούς ανθρώπους, ώστε έλαβεν επ΄ Αυτού το βάρος όλου του κόσμου... Και παρ΄ ημών ζητεί να αγαπώμεν τον αδελφόν ημών». Η ψυχή καταλαβαίνει πώς ο Γέροντας λέει την αλήθεια, αλλά πώς να τον ακολουθήσει; Αυτό είναι δυσβάστακτο και πολλοί απομακρύνονταν από αυτόν. Η πνευματική του ευωδία γεννούσε στην ψυχή βαθειά συνείδηση της δυσωδίας και της ευτελείας της. Αν παραπονείστε για τους υβριστές, κατανοεί και συμμερίζεται τη θλίψη σας, όχι όμως και την οργή σας. Αν σκέπτεστε να ανταποδώσετε κακό αντί κακού, τότε πιο πολύ θλίβεται για σας. Αν θεωρείτε επιζήμιο να απαντήσετε στον κακό άνθρωπο με το αγαθό, τότε αυτός απορεί πώς μπορεί κάποιος που ονομάζει τον εαυτό του χριστιανό να νομίζει ότι μια πράξη που συμφωνεί με την εντολή του Χριστού μπορεί να τον ζημιώσει. Οι εντολές του Χριστού ήταν γι΄ αυτόν κανόνας απόλυτης τελειότητας και η μόνη οδός για να νικηθεί το κακό του κόσμου· οδός για να φθάσουμε στο αιώνιο φως. Η τήρησή τους δεν μπορεί παρά να είναι μόνο ωφέλιμη. Ωφέλιμη και γι΄ αυτόν πού τις ακολουθεί και για εκείνον, για τον οποίο εκπληρώνονται. Είναι αδύνατον να υπάρξει περίπτωση, κατά την οποία η τήρηση των εντολών του Χριστού προκαλεί ζημιά, αν θεωρήσουμε ζημιά όχι την εξωτερική βλάβη μέσα στο χρόνο, αλλά τη ζημιά στο επίπεδο της αιώνιας ύπαρξης, γιατί η εντολή του Χριστού είναι η φανέρωση του απόλυτου αγαθού.
Κάποτε ένας Ιερομόναχος είπε στον Γέροντα ότι αν κάποιος ενεργήσει όπως αυτός λέει, αυτό θα αποβεί προς όφελος των εχθρών και το κακό θα θριαμβεύσει. Ο Γέροντας τη στιγμή εκείνη έμεινε σιωπηλός, γιατί αυτός που αντέλεγε δεν ήταν σε θέση να δεχθεί το λόγο, αλλά έπειτα είπε σε κάποιον άλλον: «Πώς μπορεί το πνεύμα του Χριστού να σκεφτεί το κακό οποιουδήποτε; Άραγε γι΄ αυτό μας κάλεσε ο Θεός;»
Μεγάλη και λεπτή είναι η πονηρία της συνειδήσεως του εμπαθούς ανθρώπου. Στη θρησκευτική ζωή, όποιος έχει υποταχθεί στο πάθος, το παρουσιάζει συχνά ως αναζήτηση της αλήθειας και της ωφέλειας και όχι σπάνια και ως αγώνα για τη δόξα του Θεού. Εν ονόματι του Χριστού, που παρέδωσε τον Εαυτό Του σε θάνατο για χάρη των εχθρών, οι άνθρωποι είναι έτοιμοι πολλές φορές να χύσουν και αίμα ακόμη, όχι όμως το δικό τους, αλλά του «αδελφού-εχθρού». Έτσι γινόταν σε κάθε εποχή, αλλά η ζωή του Γέροντα συνέπεσε με μια ιστορική περίοδο, όπου παρόμοια διαστροφή εκδηλωνόταν με ιδιαίτερη ένταση.
«Αυτή είναι η οδός του Χριστού;», έλεγε με θλίψη.
«Σκληρός» ο λόγος του Γέροντα. Ποιος μπορεί να τον ακούει; Να ζήσεις σύμφωνα με αυτόν σημαίνει να παραδώσεις τον εαυτό σου σε μαρτύριο, όχι μόνο με την κυριολεκτική σημασία της λέξεως, αλλά και στην πορεία της καθημερινής ζωής.
Δεν θυμόμαστε πού ακριβώς γίνεται λόγος για έναν ευσεβή άνθρωπο, πού σε όλη τη ζωή του παρακαλούσε τον Κύριο να τον αξιώσει να βρει μαρτυρικό θάνατο και, όταν πλησίασε η ώρα του ειρηνικού του τέλους, τότε είπε με θλίψη: «Ο Κύριος δεν άκουσε την προσευχή μου». Μόλις, όμως, πρόφερε τις λέξεις αυτές, έλαβε πληροφορία ότι όλη η ζωή του υπήρξε μαρτυρική και έτσι έγινε δεκτή.
Ο Γέροντας έλεγε πώς η χάρη πού έλαβε στην αρχή ήταν όμοια με τη χάρη των μαρτύρων και σκεπτόταν ακόμη ότι ίσως ο Κύριος προόριζε και αυτόν για μαρτυρικό θάνατο. Αλλά, όπως ο ευσεβής εκείνος άνθρωπος, τελείωσε εν ειρήνη. Ο Γέροντας ήταν εγκρατής σε όλα. Δεν παραδινόταν σε ονειροπολήσεις τελειότητας, αλλά αφού γνώρισε την τέλεια αγάπη του Χριστού αγωνίσθηκε πολύ σε όλη του τη ζωή, για να την αποκτήσει. Περισσότερο από τον καθένα γνώριζε πώς είναι «το μέν πνεύμα πρόθυμον, η δέ σάρξ ασθενής», και γι΄ αυτό έλεγε ότι συναντάται καμιά φορά στους ανθρώπους η επιθυμία να μαρτυρήσουν για τον Χριστό, αλλά αν δεν υπάρχει χάρη και στο σώμα, ο άνθρωπος μπορεί να μην αντέξει στα βάσανα. Γι΄ αυτό δεν πρέπει να επιδιώκει κανείς τέτοιο άθλημα. Αν, όμως, ο Κύριος τον καλέσει, τότε πρέπει ο άνθρωπος να ζητήσει βοήθεια και Εκείνος θα βοηθήσει.
Δεν ζητούσε ο Γέροντας το μαρτύριο, αν και έλαβε χάρη μαρτύρων. Η ζωή του ήταν αληθινό μαρτύριο. Μπορεί να λεχθεί και ακόμη μεγαλύτερο. Ο μάρτυρας πολλές φορές για μια γενναία ομολογία του παίρνει το έπαθλο, ο ασκητής όμως, όπως ο Γέροντας, αγωνίζεται επί δεκαετίες. Να προσεύχεσαι για τον κόσμο, όπως εκείνος προσευχόταν («να προσεύχεσαι για τους ανθρώπους σημαίνει να χύνεις αίμα») τόσον καιρό, είναι πιο οδυνηρός από το απλό μαρτύριο.
Η οδός του χριστιανού γενικά είναι μαρτύριο. Και όποιος την πορεύεται με τον τρόπο που πρέπει, διστάζει να προχωρήσει στο κήρυγμα. Η ψυχή του ποθεί να δει τον αδελφό του κοινωνό στο αιώνιο φως, αλλά προτίθεται να υποστεί μόνος τον πόνο του αγώνα και γι΄ αυτόν κυρίως το λόγο καταφεύγει κυρίως στην προσευχή για τον κόσμο.
Μέσα στα όρια της επίγειας ζωής, μέσα στη σφαίρα αυτήν που δόθηκε από τον Θεό για τη φανέρωση όχι μόνο των θετικών, αλλά και των αρνητικών δυνατοτήτων της ελευθερίας, κανένας και τίποτε δεν μπορεί να αναχαιτίσει εντελώς την εκδήλωση του κακού. Η προσευχή της αγάπης, όμως, έχει τη δύναμη να μεταβάλλει σε μεγάλο βαθμό τη ροή των κοσμικών γεγονότων και να περιορίσει για πολύ την έκταση του κακού.
«Και η ζωή ήν το φως των ανθρώπων. Και το φώς εν τη σκοτία φαίνει, και η σκοτία αυτό ου κατέλαβεν» (Ιωάν. α΄4-5). Η σκοτία της μη-υπάρξεως δεν μπορεί να καταπιεί το φως της ζωής. Κάθε αγαθό που εκπορεύεται από τον Θεό και επιστρέφει στον Θεό είναι ακατάλυτο. Η προσευχή είναι μια από τις υψηλότερες μορφές της αγαθής υπάρξεως, του ακατάλυτου, του αιώνιου. Είναι εκείνη «η αγαθή μερίς, ήτις ούκ αφαιρεθήσεται» (Λουκ. Ι΄ 42) στον αιώνα.
Στην αναζήτηση της σωτηρίας του εαυτού του και του πλησίον ο ασκητής, συγκεντρωμένος στον έσω άνθρωπο, διαπιστώνει μέσα του τη δύναμη του «νόμου της αμαρτίας» (Ρωμ. ζ΄23). Βλέποντας πώς η αμαρτία τον «αποκτείνει» (Ρωμ. ζ΄11) παρόλη την έφεσή του για το αγαθό, οδηγείται σε απελπισία και στην καταθλιπτική αυτή κατάσταση προσεύχεται.
Θυμούμαστε αξιόλογη επίσκεψη κάποιου ερημίτη μοναχού, προχωρημένης ηλικίας. Ζούσε σε μια χαράδρα κάποιου απομακρυσμένου δασώδους τόπου, κοντά σ΄ ένα χείμαρρο. Είχε πρόσωπο βασανισμένο, άπλυτο από καιρό, ρυτιδιασμένο, χλωμό, γκρίζο. Ήταν ατημέλητος, με λευκά μαλλιά και γένια, βαθουλωμένα γκριζογάλανα μάτια. Κουβεντιάσαμε πολύ. Μου διηγήθηκε για τον εαυτό του το εξής:
«Πολλά χρόνια πονούσε η ψυχή μου από το λογισμό, πώς να, εμείς οι μοναχοί απαρνηθήκαμε τον κόσμο, αφήσαμε και συγγενείς και πατρίδα, εγκαταλείψαμε το πάν, όσα συνήθως αποτελούν τη ζωή των ανθρώπων· δώσαμε υποσχέσεις ενώπιον Θεού και αγίων αγγέλων και ανθρώπων να ζούμε σύμφωνα με το νόμο του Χριστού· απαρνηθήκαμε το θέλημά μας και περνάμε ουσιαστικά μαρτυρική ζωή και παρόλα αυτά δεν ευδοκιμούμε στο καλό. Άραγε είναι πολλοί από μας πού σώζονται; Εγώ πρώτος χάνομαι. Παρατηρώ και τους άλλους, τους κατέχουν τα πάθη. Όταν, όμως, συναντώ τους κοσμικούς, βλέπω ότι αυτοί ζουν σε μεγάλη άγνοια και αμέλεια και δεν μετανοούν. Και να που σιγά-σιγά, χωρίς να καταλάβω πώς, έμαθα να προσεύχομαι για τον κόσμο. Έχυσα πολλά δάκρυα με τη σκέψη ότι, αν εμείς οι μοναχοί που απαρνηθήκαμε τον κόσμο δεν σωζόμαστε, τότε τι γίνεται γενικότερα στον κόσμο; Έτσι βαθμηδόν μεγάλωνε η θλίψη μου και άρχισα να χύνω δάκρυα απογνώσεως. Και να, πέρυσι ενώ βρισκόμουν στην απελπισία αυτή, εξαντλημένος από το κλάμα, ξαπλωμένος καταγής, εμφανίσθηκε ο Κύριος και με ρώτησε:
«Γιατί θρηνείς έτσι...»;
Εγώ σιώπησα μην μπορώντας να ατενίσω Τον εμφανισθέντα...
«Δεν γνωρίζεις ότι Εγώ θα κρίνω τον κόσμο»;...
Εγώ πάλι σιώπησα παραμένοντας πρηνής... Ο Κύριος μου λέει:
«Θα ελεήσω κάθε άνθρωπο πού επικαλέσθηκε τον Θεό έστω και μια φορά στη ζωή του...».
Μου ήρθε τότε η σκέψη:
«Τότε, γιατί εμείς πάσχουμε έτσι καθημερινά»;
Ο Κύριος στην κίνηση αυτή της σκέψεώς μου απήντησε:
«Εκείνοι που πάσχουν για την εντολή Μου, στη Βασιλεία των Ουρανών θα είναι φίλοι Μου, ενώ τους άλλους μόνο θα τους ελεήσω».
Και ο Κύριος έφυγε».
Αυτό συνέβη, ενώ ο ασκητής βρισκόταν σε εγρήγορση. Διηγήθηκε και δυο άλλες οράσεις που είχε, ενώ κοιμόταν ελαφρά μετά από περίλυπη προσευχή για τον κόσμο.
Δεν αναφέρουμε το όνομα του μοναχού αυτού, γιατί ζει ακόμη και αποφεύγουμε την αξιολόγηση των οράσεων. Τον ακούσαμε χωρίς την παραμικρή εκδήλωση της στάσεώς μας σχετικά με όσα ανέφερε, ακολουθώντας την αυστηρή υπόδειξη των πατέρων του Άθω πώς πρέπει να δείχνουμε ιδιαίτερη προσοχή, όταν πρόκειται για οράσεις. Μπορεί, όμως, η αυστηρή μας στάση ή κάτι άλλο αδέξιο από μέρους μας να λύπησε τον γέροντα-μοναχό. Πάντως από τότε δεν ξαναήρθε.
Κατά το χρόνο της επικοινωνίας μας με τους πατέρες του Αγίου Όρους συναντήσαμε εννιά ανθρώπους, πού αγαπούσαν να προσεύχονται για τον κόσμο και προσεύχονταν με δάκρυα αγάπης. Κάποτε ακούσαμε την εξής συνομιλία δύο μοναχών. Ο ένας από αυτούς έλεγε:
- Δεν μπορώ να καταλάβω γιατί ο Κύριος δεν δίνει την ειρήνη στον κόσμο, αν έστω κι ένας άνθρωπος Τον εκλιπαρεί γι΄ αυτό;
Ο άλλος απήντησε:
- Και πώς είναι δυνατή η απόλυτη ειρήνη στη γη, αν μένει έστω και ένας μόνο άνθρωπος με πονηρή θέληση;
Επανερχόμαστε όμως στο κύριο θέμα μας. ]
Ο Θεός δεν είναι πάντοτε εύκολος για τον άνθρωπο.
Το επαναλαμβάνουμε, αλλά η φύση του θέματός μας απαιτεί την επανάληψη. Δεν είναι πλούσιος ούτε ποικιλόμορφος ο κύκλος των σκέψεων του ασκητή, αλλά οι σκέψεις αυτές ανήκουν στην ύπαρξη εκείνη που δύσκολα αφομοιώνεται. Αιώνες περνούν και στη μακρά ροή τους η ίδια πείρα επαναλαμβάνεται σχεδόν απαράλλακτα. Και, όμως, λίγοι γνωρίζουν την ακολουθία της χριστιανικής ασκήσεως, ενώ οι περισσότεροι χάνονται σε αυτόν το δρόμο. Ο Κύριος είπε: «Στενή η πύλη και τεθλιμμένη η οδός η απάγουσα εις την ζωήν, και ολίγοι εισίν οι ευρίσκοντες αυτήν» (Ματθ. ζ΄14).
Θέλουμε να ξαναμιλήσουμε για το θέμα που ήταν το αντικείμενο των μακρών συνομιλιών του Γέροντα με τον πατέρα Στρατόνικο. Η οδός του χριστιανού σε γενικές γραμμές είναι η εξής:
     Στην αρχή ο άνθρωπος ελκύεται προς τον Θεό με τη δωρεά της χάριτος και, όταν προσελκυσθεί, αρχίζει η μακρά περίοδος της δοκιμασίας. Δοκιμάζεται η ελευθερία του ανθρώπου και η εμπιστοσύνη του στον Θεό και δοκιμάζεται «σκληρά». Στην αρχή οι προς τον Θεό αιτήσεις, μικρές και μεγάλες, ακόμη και οι παρακλήσεις που μόλις εκφράζονται, συνήθως εκπληρώνονται με γρήγορο και θαυμαστό τρόπο από τον Θεό. Όταν, όμως, έλθει η περίοδος της δοκιμασίας, τότε όλα αλλάζουν και ο ουρανός φαίνεται σαν να κλείνεται και να γίνεται κωφός σε όλες τις δεήσεις. Στον θερμό χριστιανό όλα στη ζωή του γίνονται δύσκολα. Η συμπεριφορά των ανθρώπων απέναντί του χειροτερεύει· παύουν να τον εκτιμούν· αυτό που ανέχονται στους άλλους σε αυτόν δεν συγχωρείται· η εργασία του αμείβεται σχεδόν πάντοτε κάτω από το νόμιμο· το σώμα εύκολα προσβάλλεται από ασθένειες. Η φύση, οι περιστάσεις, οι άνθρωποι, όλα στρέφονται εναντίον του. Παρά τα φυσικά του χαρίσματα -όχι μικρότερα των άλλων- δεν βρίσκει ευνοϊκούς όρους να τα χρησιμοποιήσει. Επί πλέον υπομένει πολλές επιθέσεις από τις δαιμονικές δυνάμεις· και το αποκορύφωμα, η ανυπόφορη οδύνη από τη θεία εγκατάλειψη. Τότε κορυφώνεται το πάθος του, γιατί πλήττεται ο όλος άνθρωπος σε όλα τα επίπεδα της υπάρξεώς του.

Εγκαταλείπει ο Θεός τον άνθρωπο;... Είναι άραγε αυτό δυνατόν;...

Και εν τούτοις, στη θέση του βιώματος της εγγύτητας του Θεού έρχεται στην ψυχή το αίσθημα πώς Εκείνος είναι απείρως, απροσίτως μακριά, πέρα από τους αστρικούς κόσμους και όλες οι επικλήσεις προς Αυτόν χάνονται αναπάντητες στο αχανές του κοσμικού διαστήματος. Η ψυχή εσωτερικά εντείνει την κραυγή της προς Αυτόν, αλλά δεν «βλέπει» ούτε βοήθεια ούτε και προσοχή. Όλα τότε γίνονται φορτικά. Όλα κατορθώνονται με δυσανάλογο κόπο. Η ζωή γεμίζει από μόχθους και αναφύεται μέσα στον άνθρωπο το αίσθημα πώς βαραίνει επάνω του η κατάρα και η οργή του Θεού. Όταν, όμως, περάσουν αυτές οι δοκιμασίες, τότε θα δει ότι η θαυμαστή πρόνοια του Θεού τον φύλαγε προσεκτικά σε όλες τις πτυχές της ζωής του.
Πείρα χιλιόχρονη πού παραδίδεται από γενεά σε γενεά μαρτυρεί πώς, όταν ο Θεός βλέπει την πίστη της ψυχής του αγωνιστή προς Αυτόν, όπως είδε την πίστη του Ιώβ, τότε θα τον οδηγήσει σε απρόσιτες αβύσσους και ύψη δυσανάβατα σε άλλους. Όσο πληρέστερη και ισχυρότερη είναι η πίστη και η εμπιστοσύνη του ανθρώπου στον Θεό, τόσο μεγαλύτερο θα είναι και το μέτρο των δοκιμασιών και το πλήρωμα της πείρας, που μπορεί να φθάσει σε μεγάλο βαθμό. Τότε γίνεται ολοφάνερο πώς έφτασε στα όρια, πέρα από τα οποία ο άνθρωπος αδυνατεί να προχωρήσει.
Όσο ο άνθρωπος κατέχεται από την υπερηφάνεια, είναι έκθετος στις επιθυμίες της ιδιαίτερα οδυνηρής απελπισίας, πού παραμορφώνει όλες τις παραστάσεις σχετικά με τον Θεό και την πρόνοιά Του. Η υπερήφανη ψυχή, ριγμένη στα ερέβη του άδη, θεωρεί υπεύθυνο για τα βάσανά της τον Θεό και Τον αντιλαμβάνεται σαν πολύ σκληρό. Στερημένη από την πραγματική εν Θεώ ύπαρξη, ερμηνεύει τα πάντα με τη δική της θλιβερή κατάσταση και αρχίζει να μισεί και τη ζωή της και γενικά όλη την ύπαρξη του κόσμου. Επειδή μένει έξω από το Θείο φως, η απόγνωσή της την κάνει να φθάσει σε τέτοιο σημείο, πού και η ύπαρξη του Ίδιου του Θεού αρχίζει να της φαίνεται ως παραλογισμός χωρίς ελπίδα, γι΄ αυτό και η απώθηση του Θεού και το μίσος για κάθε ύπαρξη συνεχώς αυξάνουν.
Οι άνθρωποι της πίστεως αποφεύγουν αυτή την απόγνωση και το μίσος, γιατί με την πίστη σώζεται ο άνθρωπος· με την πίστη στο λόγο του Θεού, με την παράδοση στην αγάπη και την ευσπλαγχνία Του, με την εμπιστοσύνη στη μαρτυρία των Πατέρων της Εκκλησίας. Οι περισσότεροι από τους ευσεβείς χριστιανούς ίσως δεν έζησαν στην καθημερινή ζωή την ανάσταση της ψυχής, αλλά η πίστη σε αυτήν τους φυλάγει. Για την πίστη αυτή μιλούσε πολλές φορές ο Γέροντας παραπέμποντας στα λόγια του Κυρίου: «Μακάριοι οι μη ιδόντες και πιστεύσαντες» (Ιωάν. κ΄29). Έρχεται ώρα πού η πίστη αυτή θα εξάγει τον άνθρωπο από το σκοτάδι και την καταπιεστική δουλεία και θα τον οδηγήσει στην ελευθερία της αληθινής άφθαρτης ζωής, πού το μεγαλείο της είναι τελείως ιδιαίτερο, ανόμοιο με τη συνηθισμένη ανθρώπινη αντίληψη για το μεγάλο και το ωραίο.
Αλλιώς ενεργεί ο εχθρός διάβολος με όσους τον δέχονται και αλλιώς με όσους του αντιστέκονται. Άλλη η οδύνη της υπερήφανης απόγνωσης και άλλη η θλίψη της ευσεβούς ψυχής, όταν ο Θεός παραχωρήσει στο διάβολο να την πολεμήσει. Αυτός ο τελευταίος πειρασμός είναι εξαιρετικά βαρύς και σπάνια παραχωρείται.

Είναι ακατάληπτος ο τρόπος, με τον οποίο ο Θεός συμπεριφέρεται στην ψυχή...
Αλλιώς ενεργεί ο εχθρός διάβολος με όσους τον δέχονται και αλλιώς με όσους του αντιστέκονται. Άλλη η οδύνη της υπερήφανης απόγνωσης και άλλη η θλίψη της ευσεβούς ψυχής, όταν ο Θεός παραχωρήσει στο διάβολο να την πολεμήσει. Αυτός ο τελευταίος πειρασμός είναι εξαιρετικά βαρύς και σπάνια παραχωρείται.
Όταν ο εγκαταλειμμένος από τον Θεό για λόγους προνοίας άνθρωπος αισθάνεται για πρώτη φορά να τον πλησιάζει ο σατανάς, τότε όλο το είναι του, και η ψυχή και το σώμα, κυριεύονται από φοβερό πόνο και μεγάλο φόβο, πού δεν συγκρίνεται με το φόβο των εγκληματιών και των φονιάδων, γιατί σε αυτόν ενυπάρχει το σκότος της αιώνιας απώλειας. Τότε γνωρίζει η ψυχή ΤΙ είναι διάβολος. Γνωρίζει τη συντριπτική δύναμη και τη φοβερή σκληρότητά του και κατάπληκτη από τις κολοσσιαίες διαστάσεις του κακού πού στέκεται μπροστά της συντρίβεται ολόκληρη. Από τη φρίκη και τον τρόμο σφίγγεται και παραλύει, χωρίς να μπορεί να βρει μέσα της τη δύναμη να προσευχηθεί. Απουσιάζει ο Θεός-Αντιλήπτωρ, και μόνο ο εχθρός είναι παρών και της λέει: «Βρίσκεσαι υπό την εξουσία μου... Και μην ελπίζεις στον Θεό, αλλά ξέχασέ Τον». Σε τέτοιες στιγμές η ψυχή, μη θέλοντας να δεχτεί το διάβολο, είτε χωρίς λόγια μνημονεύει τον Θεό είτε στην καλύτερη περίπτωση επικαλείται το Όνομά Του. Μόνο όταν περάσει χρόνος, αποκτά επίγνωση ότι ο Θεός την προσέχει ιδιαίτερα στον αγώνα αυτό.
     Στα γραπτά του Γέροντα θα δείτε ότι δοκίμασε δύο φορές έναν τέτοιο πόλεμο με το διάβολο. Την πρώτη φορά σώθηκε προφέροντας την προσευχή του Ιησού, δεν πρόφτασε μάλιστα να την τελειώσει και του εμφανίσθηκε ο Κύριος. Την δεύτερη, όταν ήταν πιο ισχυρός και ανδρείος, βρήκε τη δύναμη να καθίσει και να στραφεί με προσευχή στον Θεό και τότε έλαβε ως απάντηση τα ασυνήθιστα και παράδοξα λόγια: «Κράτα το νου σου στον άδη και μην απελπίζεσαι».
Τότε γνώρισε με ποιο όπλο νικιέται ο διάβολος. Σε κάθε προσέγγισή του η ψυχή στρέφει προς τον εαυτό της όλη τη δύναμη του μίσους της και ως έσχατο εχθρό της καταδικάζει τον εαυτό της στην αιώνια κόλαση προσθέτοντας: «Ο δε Θεός άγιος, αληθινός και ευλογητός εις τους αιώνας».
Εξοπλισμένη με τέτοιο όπλο η ψυχή ελευθερώνεται από κάθε φόβο και γίνεται απόρθητη από τον εχθρό. Μια τέτοια «έμπειρη» ψυχή, σε κάθε προσέγγιση του εχθρού ρίχνει τον εαυτό της με μεγάλη οργή στην άβυσσο του σκότους, σαν να αξίζει την αιώνια καταδίκη, και ο εχθρός ως φίλαυτος που είναι υποχωρεί, γιατί δεν αντέχει τη δύναμη του πυρός που συναντά. Αφού ελευθερωθεί από αυτόν, η ψυχή με καθαρό νου στρέφεται με προσευχή στον Θεό.
«Ο εχθρός έπεσε από την υπερηφάνεια». Η υπερηφάνεια είναι η αρχή της αμαρτίας. Μέσα της περικλείονται όλες οι μορφές του κακού: κενοδοξία, φιλοδοξία, φιλαρχία, ψυχρότητα, σκληρότητα, αδιαφορία για τα παθήματα του πλησίον, ονειροπόληση του νου, εντατική ενέργεια της φαντασίας, δαιμονική έκφραση των οφθαλμών, δαιμονικός χαρακτήρας της όλης παρουσίας, σκυθρωπότητα, πλήξη, απόγνωση, μίσος, φθόνος, ποταπότητα και σε πολλούς η πτώση σε σαρκικές επιθυμίες, η βασανιστική εσωτερική ανησυχία, η ανυπακοή, ο φόβος του θανάτου ή αντίθετα η επιδίωξη τερματισμού της ζωής με αυτοκτονία και τέλος, πράγμα όχι τόσο σπάνιο, η τέλεια παραφροσύνη. Να τα σημεία της δαιμονικής πνευματικότητας. Όσο, όμως, δεν εκδηλώνονται φανερά, μένουν για πολλούς απαρατήρητα.
Όλα τα συμπτώματα που αναφέραμε δεν χαρακτηρίζουν τον καθένα από εκείνους που «πλανήθηκαν» από δαιμονικούς λογισμούς ή οράσεις ή «αποκαλύψεις». Σε άλλους επικρατεί η μεγαλομανία, η φιλοδοξία και η φιλαρχία. Σε άλλους η πλήξη, η απελπισία, η κρυμμένη ταραχή. Σε άλλους πάλι ο φθόνος, η μελαγχολία, το μίσος. Πολλοί κατέχονται από σαρκική επιθυμία. Αλλά σε όλους ανεξαιρέτως υπάρχει έντονη φαντασία και υπερηφάνεια, πού μπορεί να κρύβεται πίσω από το προσωπείο ακόμη και της μεγαλύτερης ταπείνωσης.
Όταν ο άνθρωπος «πλανάται» από τον εχθρό και τον ακολουθεί, δεν κατανοεί ΤΙ είναι ο εχθρός, δεν γνωρίζει την ένταση του άμεσου αγώνα εναντίον του και πάσχει, γιατί οδηγείται από αυτόν από το φως της αληθινής ζωής στο σκότος που εκείνος διαμένει. Τα πάθη αυτά φέρουν επάνω τους τη σφραγίδα της πνευματικής τυφλότητας. Σε ορισμένες περιπτώσεις ο εχθρός με την υπερήφανη συνείδηση του δήθεν μεγαλείου του φέρνει κάποια ανήσυχη ευχαρίστηση. Σε άλλες, προξενώντας στην ψυχή μεγάλο πόνο, την ξεσηκώνει εναντίον του Θεού. Κι εκείνη, χωρίς να εννοεί την πραγματική αιτία των πόνων της, στρέφεται με μίσος εναντίον του Θεού.
Η ευσεβής ψυχή πάλι, πού γνώρισε την αγάπη του Θεού, πάσχει από τον άμεσο αγώνα με τον εχθρό. Η δύναμη του κακού που ορμά εναντίον της, η δύναμη του διαβόλου, είναι μεγάλη και ο άνθρωπος βλέπει καθαρά πώς αυτή μπορεί να τον συντρίψει τελειωτικά.
Στην πρώτη περίπτωση παλεύει συνήθως η ψυχή για πολύ, χωρίς να βρίσκει διέξοδο προς τον Θεό. Στη δεύτερη ο Θεός εμφανίζεται στον άνθρωπο μέσα σε μεγάλο φως, όταν τελειώσει ο καιρός της δοκιμασίας, της οποίας η διάρκεια και η δύναμη έχουν προβλεφθεί από τον Θεό, σε ορισμένες περιπτώσεις διαρκεί δύο έως τρία λεπτά, σε άλλες μία ώρα ή και περισσότερο, ένας μάλιστα ασκητής έμεινε στην κατάσταση αυτή τρεις μέρες. Η διάρκεια του χρόνου μπορεί να εξαρτηθεί από την μικρότερη ένταση του αγώνα αλλά και από τη μεγαλύτερη αντοχή του ανθρώπου, γιατί οι ψυχές δεν έχουν την ίδια δύναμη.
Δεν υπάρχει πειρασμός φοβερότερος από αυτόν που περιγράψαμε παραπάνω. Υπάρχει, όμως, πόνος μεγαλύτερος από όλες τις συμφορές της γης: ο πόνος και η οδύνη της ψυχής που είναι βαθιά τετρωμένη από την αγάπη του Θεού και δεν μπορεί να επιτύχει το Ζητούμενο.
Είναι ακατάληπτος ο τρόπος, με τον οποίο ο Θεός συμπεριφέρεται στην ψυχή. Αφού γεννήσει πρώτα σε αυτήν φλογερή αγάπη, έπειτα κρύβεται με ανεξήγητο τρόπο, και όταν η ψυχή απελπίζεται πια λόγω της εγκαταλείψεως, τότε Αυτός έρχεται πάλι γαλήνια με την ανέκφραστη παρηγοριά Του. Ορισμένες στιγμές το βασανιστήριο της Θεοεγκαταλείψεως ξεπερνά τα μαρτύρια του άδη, διαφέρει, όμως, από αυτά, γιατί εμπεριέχει τη ζωοποιό δύναμη του Θεού, που μεταβάλλει τη θλίψη στη γλυκειά μακαριότητα της Θείας αγάπης.
Όσο ζει ο άνθρωπος στο παχύ περίβλημα της σάρκας, δεν μπορεί να μείνει ασάλευτος. Σε ορισμένες στιγμές καθαράς προσευχής η ψυχή του ασκητή εγγίζει την πραγματική αιώνια ύπαρξη, που αποτελεί τον έσχατο σκοπό της. Όταν όμως τελειώσει η προσευχή εκείνη, η ψυχή ξανάρχεται πάλι στην κατάσταση ή της μέτριας αισθήσεως του Θεού ή ακόμη της κατά σάρκα αντιλήψεως του κόσμου και με αυτήν επιστρέφει και ένας «γνόφος» της σαρκός και μειώνεται η δύναμη της εσωτερικής πληροφορίας.
Σε πολλούς ανθρώπους η σαρκική αίσθηση του κόσμου είναι τόσο συνεχής, ώστε αυτοί σχεδόν δεν γνωρίζουν τίποτε άλλο και τότε γίνονται «σάρξ», η οποία δεν δέχεται το νόμο του Θεού. Ο ασκητής, όμως, βιώνει την επιστροφή από την καθαρά προσευχή στην παχύτητα της σαρκικής αντιλήψεως του κόσμου ως αποδημία από τον Κύριο. Ο Απόστολος Παύλος λέει: «ενδημούντες έν τω σώματι εκδημούμεν από του Κυρίου... Θαρρούμεν δέ και ευδοκούμεν μάλλον εκδημήσαι από του σώματος και ενδημήσαι προς τον Κύριον» (Β΄ Κορ. ε΄6-). Μόνο με τον αδιάκοπο αγώνα συγκρατείται ο ασκητής από την πτώση εκείνη, προς την οποία τον παρασύρει συνεχώς η σάρκα με το βάρος της. Και όσο συχνότερες και παρατεταμένες είναι οι πνευματικές του καταστάσεις, τόσο βαρύτερο είναι το βίωμα της καταβάσεως στη σαρκική αίσθηση του κόσμου.
Όταν ο ασκητής κινούμενος από το πνεύμα της αγάπης του Θεού προσεύχεται με βαθύ θρήνο, τότε φθάνοντας σε κατάσταση ανυπέρβλητη γι΄ αυτόν κατά τη στιγμή εκείνη απολαμβάνει την ανάπαυση του πνεύματος με την προσέγγισή του στον Θεό. Όταν, όμως τελειώσει η προσευχή, η ανάπαυση αυτή διατηρείται στην ψυχή για λίγο χρόνο, άλλοτε περισσότερο, άλλοτε λιγότερο, και ξαναγυρίζουν πάλι οι προσβολές των λογισμών. Η εναλλαγή αυτών των καταστάσεων οδηγεί σε διάφορα αποτελέσματα. Άλλοι από τους ασκητές, σε κάποιο σημείο της πνευματικής τους πορείας φθάνουν τη δύναμη εκείνη της προσευχής που εμπνέει στην ψυχή τους φόβο και τρόμο, ύστερα όμως βαθμηδόν η ένταση της προσευχής τους ελαττώνεται. Αντίθετα άλλοι καρτερικοί αθλητές προοδεύουν ακατάπαυστα ζητώντας συνεχώς μεγαλύτερο πλήρωμα προσευχής, ωσότου ριζώσει στην ψυχή τους η επιθυμία, ακόμη και η ανάγκη, να γίνουν άσπλαχνοι προς τον εαυτό τους, ωσότου δηλαδή να φτάσουν «μισήσαι και απολέσαι» την ίδια την ψυχή τους. Αλλά και αυτό, όπως βλέπουμε από τα γραπτά του Γέροντα, δεν είναι η έσχατη αγάπη πού δίνει ο Κύριος να γνωρίσουν οι δούλοι Του, δηλαδή η αγάπη εκείνη που η γλυκύτητά της κάνει τον άνθρωπο να υποφέρει εύκολα κάθε πάθος, ακόμη και το θάνατο.




                       Από το βιβλίο "Ο Άγιος Σιλουανός ο Αθωνίτης", Αρχιμ.Σωφρόνιου (Σαχάρωφ), σ.248-263

Παρασκευή, 20 Σεπτεμβρίου 2013

Για την μέριμνα της σωτηρίας των πλησίον μας

Μηδείς το εαυτού ζητείτω, αλλά το του ετέρου έκαστος
(Α Κορ. 10:24)
Αυτή είναι διαχρονικά η αρχή, των αγίων του Θεού, τώρα, όπως και παλιά, πάντοτε και για πάντα. Αυτή είναι η αρχή, στην οποία θεμελιώνεται η κοινωνία. Πάνω σε αυτήν την αρχή μπορεί να εδραιωθεί η πιο τέλεια, θεάρεστη και ευημερούσα ανθρώπινη κοινωνία. Αυτή η αρχή είναι σωτήρια για κάθε τύπο δυσκολίας, που οι σύγχρονοι άνθρωποι προσπαθούν ν’ αντιμετωπίσουν ανεπιτυχώς, χωρίς ελπίδα. 
Η αγία ψυχή μεριμνά για το πού θα περάσουν τη νύχτα τους οι άστεγοι, πώς θα τραφούν οι πεινασμένοι, πώς θα ντυθούν οι γυμνοί. Η αγία ψυχή μεριμνά και προσεύχεται στο Θεό να σωθούν οι πλησίον· να γεμίσει η ψυχή τους με αγάπη για το Θεό• ο νους τους να κατευθυνθεί προς το Θεό• οι μοχθηροί να φύγουν από το δρόμο της μοχθηρίας· οι ολιγόπιστοι να ενισχυθούν στην πίστη· οι ενισχυμένοι στην πίστη να εδραιωθούν σ’ αυτήν• οι κεκοιμημένοι να δουν το πρόσωπο του Θεού• οι ζώντες να γραφούν στη Βίβλο της Ζωής στο Βασίλειο του Φωτός.

Όμως, αδελφοί, φυλαχθείτε! Δείτε πως η καταστροφική και αντικοινωνική αρχή του διαβόλου μπορεί να διατυπωθεί με ανάλογο τρόπο, λέξη προς λέξη. Αυτή η αρχή του διαβόλου λέει ότι κανένας δεν πρέπει να φροντίζει το δικό του σώμα, να το διατηρήσει αγνό και αλώβητο από την αμαρτία, αλλά μάλλον ότι ο καθένας πρέπει να ασχολείται με τα σώματα των άλλων, προκειμένου να τα σπιλώσει και να τα καταστρέψει. Κανένας δεν πρέπει να φροντίζει τη δική του ψυχή και να δει πώς θα τη σώσει• αντιθέτως, ο καθένας πρέπει να ασχολείται με τη ψυχή κάποιου άλλου, για να την εκφαυλίσει, αμαυρώσει, καταραστεί, απογυμνώσει και καταστρέψει.
 Κανείς δεν πρέπει να φροντίζει για το σπίτι του, να το χτίσει και να το ανακαινίσει• αντιθέτως, ο καθένας πρέπει να φροντίζει πώς να κάψει και να καταστρέψει το σπίτι κάποιου άλλου. Κανείς δεν πρέπει να κοιτάζει να γεμίσει τις δικές του σιταποθήκες, αλλά μάλλον πρέπει να κοιτάζει τις σιταποθήκες των άλλων, για να κλέψει απ’ αυτές και να τις αδειάσει.
Προσέξτε, αδελφοί, πως αυτή η αρχή μπορεί να είναι μια αρχή για καλό ή για κακό· είναι μια ρομφαία δίστομος, ένας άγγελος ή ο Σατανάς. Δείτε πώς αυτή η, αρχή με τη μορφή του σατανικού πνεύματος, κερδίζει έδαφος και απηχεί σε όλες τις πλευρές στην εποχή μας!
Ω Κύριε, Πνεύμα Άγιο, συ που με το στόμα του αποστόλου του Θεού είπες τα άγια αυτά λόγια στην οικουμένη σαν λαμπερές ακτίνες του ήλιου, για να μας φωτίζουν και να μη μας καίνε, βοήθησε μας τώρα να τα πραγματοποιήσουμε στην ορθή, ουράνια έννοιά τους, προς δόξαν του Τριαδικού Θεού και σωτηρία των ψυχών μας.
Γιατί σε σένα ανήκει κάθε πρέπει δόξα, τιμή και προσκύνηση στους αιώνες. Αμήν.
(Αγ. Νικολάου Βελιμίροβιτς, «Ο Πρόλογος της Οχρίδας», εκδ.Άθως)

Σάββατο, 24 Αυγούστου 2013

Ο Άγιος Κοσμάς ο Αιτωλός

Ο Άγιος Κοσμάς ο Αιτωλός (1714 - 1779), γνωστός και ως Πατροκοσμάς, ήταν Έλληνας μοναχός της Ορθόδοξης Εκκλησίας. Το κατά κόσμον όνομά του ήταν Κώνστας, ενώ το επώνυμό του παραμένει άγνωστο.
Γεννήθηκε στην Αιτωλία και όπως αναφέρει ο ίδιος αόριστα "Η πατρίδα μου είναι ... από το Απόκουρον". Κατά τον βιογράφο και σύγχρονό του Νικόδημο Αγιορείτη γεννήθηκε στο χωριό Μέγα Δένδρο Απόκουρου κοντά στο Θέρμο ενώ κάποιοι μελετητές θεωρούν πιθανό το γειτονικό Ταξιάρχη. Ο πιθανός χρόνος γέννησής του είναι το 1714 διότι ο Νικόδημος ο Αγιορείτης αναφέρει πως πέθανε σε ηλικία 65 ετών. Οι Παπακυριακού και Κώνστας την τοποθετούν στα 1700-1707. Πιστεύεται από χριστιανούς ότι διέθετε προφητικές και θαυματουργικές ικανότητες.Το κοσμικό του όνομα ήταν Κώνστας
Μαθήτευσε στα διδασκαλεία της Παρνασσίδας και της Ναυπακτίας πλάι σε ονομαστούς ιεροδιδασκάλους: τα στοιχειώδη γράμματα τα έμαθε από τον ιεροδιάκονο Γεράσιμο Λύτσικα, ενώ γύρω στα είκοσι, τα γραμματικά, δηλαδή την εγκύκλιο παιδεία την έλαβε από τον ιεροδιάκονο Ανανια, ενώ δίδασκε συγχρόνως και ως υποδιδάσκαλος.Το 1749 πήγε στην Αθωνιάδα Σχολή του Αγίου Όρους (χερσόνησος του Άθω), όπου έκανε σπουδές ανωτέρου επιπέδου στη θεολογία και τη φιλοσοφία. Εκεί υπήρξε μοναχός για δύο περίπου χρόνια στη μονή Φιλοθέου του Αγίου Όρους. Στα 1759 εγκατέλειψε το μοναστήρι και με εντολή του Πατριάρχη Σεραφείμ ξεκίνησε τις περιοδείες του στη Δυτική και Βόρεια Ελλάδα και την Ήπειρο προκειμένου να αντιμετωπίσει τον αυξανόμενο τότε εξισλαμισμό των Χριστιανών. Παρακινούσε με θέρμη τους Ορθοδόξους Χριστιανούς να ιδρύσουν σχολεία που θα διδάσκουν την ορθοδοξία. Το σχολείο αντιμετωπίζεται από τον Κοσμά σαν απαραίτητη προϋπόθεση για την προώθηση της ορθοδοξίας και η εκπαίδευση σαν ένα εργαλείο κατήχησης στην ορθοδοξία. Εκτός από τη σημασία της Ελληνικής γλώσσας αναφέρεται συχνά και στο "ποθούμενο" που ήταν η απελευθέρωση του γένους. Ένα από τα χαρακτηριστικά του είναι η απόλυτη αφιλοχρηματία. Έλεγε επί λέξει: «Δεν έχω άλλο ράσο από αυτό που φορώ».
Μέσα σε 16 χρόνια ίδρυσε περίπου 250 σχολεία. Στις Διδαχές του παρότρυνε τους γονείς να σπουδάζουν τα παιδιά τους Ελληνικά, τα οποία είναι η «γλώσσα της Εκκλησίας».
«Να σπουδάζετε και εσείς, αδελφοί μου, να μανθάνετε γράμματα όσον ημπορείτε. Και αν δεν εμάθετε οι πατέρες, να σπουδάζετε τα παιδιά σας, να μανθάνουν τα ελληνικά, διότι και η Εκκλησία μας είνε εις την ελληνικήν. Και αν δεν σπουδάσεις τα ελληνικά, αδελφέ μου, δεν ημπορείς να καταλάβης εκείνα οπού ομολογεί η Εκκλησία μας».
Μετά την Ελληνική επανάσταση του 1770 στην Πελοπόννησο, κατά την περίοδο των Ορλωφικών, οι Τούρκοι τον υποπτεύονταν ως πράκτορα των Ρώσων. Κατά άλλους ερευνητές στην καταδίκη του Κοσμά συνέβαλαν κάποιοι Εβραίοι της Ηπείρου διότι με το κήρυγμά του κατόρθωσε να μεταφερθεί η διενέργεια του παζαριού από την Κυριακή στο Σάββατο, γεγονός που έφερε οικονομικές ζημίες στους Εβραίους. Τελικά συνελήφθη και εκτελέστηκε στις 24 Αυγούστου,ημέρα Σάββατο του 1779 στο χωριό Κολικόντασι κοντά στην πόλη του Βερατίου στην σημερινή Αλβανία.Ο Άγιος συχνά αναφερόταν στα κηρύγματά του αρνητικά για τους Εβραίους, πάντως σε κήρυγμά του είχε πει ρητά:«Όσοι αδικήσατε χριστιανούς ή Εβραίους ή Τούρκους, να δώσετε το άδικον οπίσω». Εναντίον του υπήρξαν επίσης οι Ενετοί, οι κοτσαμπάσηδες, οι πλούσιοι και άλλοι ισχυροί οι οποίοι θεωρούσαν ότι θίγονται. Αντίθετα, ο Κοσμάς είχε τη λαϊκή στήριξη από Χριστιανούς και ακόμα και από Τούρκους. Δεν υπήρξε καμία επίσημη κατηγορία εναντίον του ούτε δικάστηκε πριν το θάνατό του. Για την καχυποψία των Ενετών απέναντί του σώζονται μέχρι σήμερα αναφορές κατασκόπου τους για το πρόσωπό του στα ενετικά αρχεία.
Ο Πατήρ Κοσμάς ο Αιτωλός ανακηρύχθηκε επίσημα άγιος από το Πατριαρχείο Κωνσταντινουπόλεως στις 20 Απριλίου1961 και η μνήμη του τιμάται στις 24 Αυγούστου. Επίσης, εκτός από την Ελλάδα τιμάται αρκετές φορές και από την Ρωσία, την Σερβία, την Βουλγαρία, την Αρμενία, τις ΗΠΑ, την Κύπρο, την Ουκρανία, την Ρουμανία, το Μαυροβούνιο και την ΠΓΔΜ.
ΠΡΟΦΗΤΕΙΕΣ
1. «Αὐτὸ μιὰ μέρα θὰ γίνη Ρωμαίϊκο καὶ καλότυχος ὅποιος ζήση σὲ ἐκεῖνο τὸ βασίλειο».
(Συνήθιζε νὰ λέγη εἰς διάφορα μέρη τῆς ὑποδούλου Ἑλλάδος, τὰ ὁποῖα μετὰ ταῦτα ἀπηλευθηρώθησαν).

2. Ὦ εὐλογημένο βουνό, πόσες ψυχὲς γυναικόπαιδα θὰ σώσης ὅταν ἔλθουν τὰ χαλεπὰ χρόνια!».
(Εἶπε τὴν προφητεία αὐτὴν ἐν Σιατίστῃ καὶ ἀλλαχοῦ ἀντικρύζων τὰ βουνά, τὰ ὁποῖα κατὰ τοὺς χρόνους τῆς Ἑλληνικῆς Ἐπαναστάσεως ἔγιναν κρησφύγετα τῶν γυναικοπαίδων).

3. «Καλότυχοι σεῖς, οἱ ὁποῖοι εὑρέθητε ἐδῶ πάνω εἰς τὰ ψηλὰ βουνά, διότι αὐτὰ θὰ σᾶς φυλάξουν ἀπὸ πολλὰ δεινά. Θὰ ἀκοῦτε καὶ δὲν θὰ βλέπετε τὸν κίνδυνο. Τρεῖς ὦρες ἢ τρεῖς μέρες θὰ ὑποφέρετε».
(Ἐλέχθη εἰς τὴν περιφέρειαν Σιατίστης).

4. «Τὸ ποθούμενο θὰ γίνη στὴν τρίτη γενεά. Θὰ τὸ ἰδοῦν τὰ ἐγγόνια σας».
(Ἐλέχθη ἐν Χειμάρρᾳ).

5. «Θἄρθη καιρὸς νὰ σᾶς πάρουν οἱ ἐχθροὶ σας καὶ τὴ στάχτη ἀπὸ τὴ φωτιά, ἀλλὰ σεῖς νὰ μὴν ἀλλάξετε τὴν πίστιν σας, ὅπως θὰ κάμουν οἱ ἄλλοι».
(Ἐλέχθη ἐν Σιατίστῃ).

6. «Σᾶς λυπᾶμαι γιὰ τὴν περηφάνεια, ὁποὺ ἔχετε. Τὸ ποδάρι μου ἐδῶ δὲν θὰ ξαναπατήση. Καὶ ἐὰν δὲν ἀφήσετε αὐτὰ τὰ πράγματα ποὺ κάνετε, τὴν αὐθαιρεσία καὶ ληστεία, θὰ καταστραφῆτε. Σὲ κεῖνο τὸ κλαρί, ποὺ κρεμᾶτε τὰ σπαθιὰ σας, θαρθῆ μιὰ μέρα ποὺ θὰ κρεμάσουν οἱ γύφτοι τὰ ὄργανά τους».
(Ἐλέχθη εἰς χωρίον Ἅγιος Δονάτος Σουλίου).

7. «Θἄρθουν οἱ κόκκινοι σκοῦφοι κι᾿ ὕστερα οἱ Ἄγγλοι ἐπὶ 54 χρόνια, καὶ κατόπιν θὰ γίνη Ρωμαίϊκο».
(Ἐλέχθη ἐν Κεφαλληνίᾳ περὶ τῆς ἀπελευθερώσεως τῆς Ἑπτανήσου).

8. «Τὰ ὅρια τοῦ Ρωμαίϊκου θἆνε ἡ Βωβοῦσα (ὁ ποταμὸς Ἀῶος)».
(Ἐλέχθη ἐν Παλαιᾷ Ἄρτη).

9. «Ἐκεῖθε θἄρθη τὸ Ῥωμαίϊκο».
(Τὴν προφητεία ταύτην εἶπεν ὁ Ἅγιος ἐν Πρεβέζῃ δεικνύων τὸ μέρος τῆς Στερεᾶς, ἀπὸ τὸ ὁποῖον θὰ προήρχετο ὁ στρατὸς τῆς ἐλευθερίας. Ἡ προφητεία ἐπραγματοποιήθη τῷ 1912).

10. «Τὰ βάσανα εἶνε ἀκόμη πολλά. Θυμηθῆτε τὰ λόγιά μου· προσεύχεσθε, ἐνεργεῖτε καὶ ὑπομένετε στερεά. Ἕως ὅτου νὰ κλείσῃ αὐτὴ ἡ πληγὴ τοῦ πλατάνου, τὸ χωριό σας θἆνε σκλαβωμένο καὶ δυστυχισμένο».
(Ἐλέχθη εἰς Τσαραπλανά, τὸ σημερινὸν Βασιλικὸν τῆς Ἠπείρου. Ἡ πληγὴ τοῦ πλατάνου ἔκλεισε τῷ 1912, ἔτος ἀπελευθερώσεως τῆς Ἠπείρου).

11. «Πότε θαρθῆ τὸ ποθούμενον;», ἠρώτησαν τὸν Ἅγιον εἰς Τσαραπλανὰ τῆς Ἠπείρου. «Ὅταν σμίξουν αὐτά», ἀπήντησεν ὁ Ἅγιος δεικνύων δυὸ δενδρύλια.
(Τὰ δενδρύλια ἐμεγάλωσαν, ἐπάχυναν καὶ ἔσμιξαν τῷ 1912).

12. «Τὸ ποθούμενον θὰ ἔρθη ὅταν θαρθοῦν δυὸ πασχαλιὲς μαζί».
(Πράγματι τῷ 1912 αἱ ἑορταὶ Εὐαγγελισμοῦ καὶ Πάσχα συνέπεσαν).

13. «Ἅμα κλείση τὸ δένδρον καὶ κλεισθῆ μέσα τὸ παλούκι, τότε θὰ ἔλθη τὸ ποθούμενον. Θὰ γίνη κάποιο σημάδι καὶ νὰ μὴ φοβηθῆτε. Νὰ πηγαίνετε βασίλεμα ἡλιοῦ σ᾿ ἐκεῖνα τὰ βουνὰ (τῆς Ὁμάλιας καὶ τῆς Μερόπης), ὅπου θὰ γλυτώσουν πολλὲς ψυχές. Μαζί σας μὴ πάρετε τίποτε, μόνον τὶς ψυχές σας νὰ γλυτώσετε. Καὶ δὲν θὰ βαστάξη τὸ κακὸ περισσότερο ἀπὸ 24 ὦρες».
14. «Τὰ χωριὰ τοῦ κάμπου θὰ πάθουν χαλάστρα, ἐνῶ στὶς ποδιὲς τοῦ Κισσάβου θὰ κοιμηθοῦν σκλάβοι καὶ θὰ ξυπνήσουν ἐλεύθεροι».
(Ἐλέχθη ἐν Λαρίσῃ).

15. «Ἂν τὸ κυπαρίσσι αὐτὸ ξεραθῆ ἀπὸ τὴν κορυφή, ἡ Ἑλλὰς θὰ ἐλευθερωθῆ· ἂν ξεραθῆ ἀπὸ κάτω, δὲν θὰ ἐλευθερωθῆ».
(Ἐλέχθη ἐν Ζελενίτσᾳ (Πρασιά) τῆς Εὐρυτανίας).

16. «Μὲ δυσκολία θἄρθη».
(Ἐννοεῖται τὸ ποθούμενον).

17. «Ὅταν θὰ ἰδῆτε τὸ χιλιάρμενο στὴν Ἄσπρη θάλλασα, θἄρθη τὸ ποθούμενον».
18. «Ὅταν θὰ ἰδῆτε τὸ χιλιάρμενο στὰ ἑλληνικὰ νερά, τότε θἄρθη».
(Πρβλ. προηγουμένην).
19. «Ὅταν θὰ ἰδῆτε τὸ χιλιάρμενον στὰ ἑλληνικὰ ὕδατα, τότε θὰ λυθῆ τὸ ζήτημα τῆς Πόλης».
20. «Θἄρθη ξαφνικά. Νὰ ἔχετε ἕνα σακκούλι σιτάρι κρεμασμένο στὴ θύρα. Αὐτὸ θὰ σᾶς ἐμποδίση φεύγοντας. Μὴ τὸ ἀφήσετε. Νὰ τὸ πάρετε μαζὶ σας, γιὰ νὰ φᾶνε τὰ παιδιά σας».
21. «Στὴν Αὐλώνα θὰ γίνη χαλασμός. Θὰ ἔλθουν στρατεύματα νὰ ἐλευθερώσουν τὸν τόπο».
22. «Στὸ Μπουκορμὲ θὰ χυθῆ πολὺ αἷμα».
23. «Ὅταν ἀκούετε ὅτι ὁ πόλεμος ἄρχισε, τότε κοντὰ εἶνε».
24. «Ὅσα χωριὰ εἶνε κοντὰ σὲ δρόμο πολλὰ θὰ τραβήξουν».
25. «Ἡ Δρόπολις θὰ πάθη, διότι ὁ τόπος εἶνε γυμνός».
26. «Ἡ Δρόπολις θὰ εἶνε γεμάτη στρατεύματα».
27. «Θὰ χαθῆ ἡ σοδιὰ τῆς χρονιᾶς ἀπὸ τὴν εὔφορη Δρόπολι καὶ - μάνα μου! - αἷμα πολὺ ποὺ ἔχει νὰ χυθῆ».
28. «Λάκκοι καὶ βράχοι στὴ Δρόπολι θὰ εἶνε γεμάτοι φεύγοντας».
29. «Εἰς τὰ χωρία Πεπελη σεῖς ἄδικα θὰ φοβάσθε· τίποτε δὲν θὰ πάθετε. Μόνον τὰ παιδιά σας ποὺ θὰ εἶνε στοὺς δρόμους θὰ κλαῖτε».
30. «Οἱ ἀντίχριστοι θὰ φύγουν, ἀλλὰ θἄρθουν πάλι· ἔπειτα θὰ τοὺς κυνηγήσετε ἕως τὴν Κόκκινη Μηλιά».
31. «Θἄρθη ὅταν ἔρθουν δυὸ καλοκαίρια καὶ δυὸ πασχαλιὲς μαζί».
32. «Ξένος στρατὸς θὰ ἔλθη, Χριστὸ θὰ πιστεύη, γλώσσα δὲν θὰ ξέρη...».
33. «Θἄρθη καὶ μία φορὰ ἀσκέρι ξένο ποὺ τὸ Χριστὸ θὰ πιστεύη. Ἀλλὰ σεῖς δὲν θὰ τὸ ξέρετε».
34. «Μὲ ἄλλους θὰ κοιμηθῆτε καὶ μὲ ἄλλους θὰ ξημερώσετε».
35. «Θὰ ἰδῆτε τρεῖς φαμίλιες σ᾿ ἕνα σπίτι».
36. «Ἐσεῖς θὰ πᾶτε νὰ κατοικήσετε ἀλλοῦ καὶ ἄλλοι θαρθοῦν νὰ κατοικήσουν σὲ σᾶς».
37. «Θὰ δῆτε 40 ἄλογα νὰ τὰ δένουν σὲ ἕνα παλούκι».
38. «Πολλοὶ θὰ χάνωνται ἀπὸ τὴν πείνα».
39. «Οἱ πλούσιοι θὰ γίνουν πτωχοὶ καὶ οἱ πτωχοὶ θὰ πεθάνουν».
40. «Μιὰ χούφτα μάλαμα μία χούφτα ἀλεύρι».
41. «Θὰ ἔρθη καιρὸς ποὺ οἱ Ρωμιοὶ θὰ τρώγωνται ἀναμεταξύ τους. Ἐγὼ συστήνω ὁμόνοιαν καὶ ἀγάπην».
42. «Θὰ ἰδῆτε καὶ τακτικὸ στρατό, θὰ ἰδῆτε καὶ ρέμπελο (ἀντάρτικο)· ἀπὸ αὐτοὺς πολλὰ θὰ ὑποφέρετε».
43. «Θὰ σᾶς ζητήσουν τὰ ντουφέκια· νὰ ἔχετε διπλά· νὰ δώκετε τὸ ἕνα καὶ νὰ κρατήσετε τὸ ἄλλο. Ἕνα ντουφέκι 100 ψυχὲς θὰ γλυτώση».
44. «Θὰ ἔρθη καιρὸς ποὺ θὰ διευθύνουν τὸν κόσμο τὰ ἄλαλα καὶ τὰ μπάλαλα».
45. «Ἡ αἰτία τοῦ γενικοῦ πολέμου θὰ εἶνε ἀπὸ τὴ Δαλματία».
46. «Ἡ αἰτία τοῦ γενικοῦ πολέμου θἄρθη ἀπὸ τὴ Δαλματία. Πρῶτα θὰ διαμελισθῆ ἡ Αὐστρία καὶ ὕστερα ἡ Τουρκία».
47. «Ὁ χαλασμὸς θὰ γίνη ἀπὸ ἕνα κασσιδιάρη».
48. «Θὰ προσπαθοῦν νὰ τὸ λύσουν μὲ τὴν πέννα, μὰ δὲν θὰ μποροῦν. 99 φορὲς μὲ τὸν πόλεμο καὶ μία με τὴν πέννα».
49. «Ἂν βρεθοῦν 3 δυνάμεις σύμφωνες, τίποτε δὲν θὰ πάθετε».
50. «Ἂν τὸ ζήτημα λυθῆ μὲ τὸν πόλεμο, θὰ πάθετε πολλὲς καταστροφές· σὲ τρεῖς χῶρες μία θὰ μείνη...».
51. «Θὰ ἔρθη καιρὸς ποὺ δὲν θὰ ἀκοῦτε (μαθαίνετε) τίποτε».
52. «Ὅ,τι σᾶς ζητοῦν, νὰ δίνετε· ψυχὲς μόνον νὰ γλυτώνετε».
53. «Ἂν βρίσκουν στὸ δρόμο ἀσήμι, δὲν θὰ σκύβουν νὰ τὸ πάρουν. Γιὰ ἕνα ὅμως ἀστάχυ θὰ σκοτώνωνται ποιὸς νὰ τὸ πρωτοπάρη...».
54. «Τὸ κακὸ θὰ σᾶς ἔρθη ἀπὸ τοὺς διαβασμένους».
55. «Ἢ τρεῖς μέρες ἢ τρεῖς μῆνες ἢ τρία χρόνια θὰ βαστάξη».
56. «Θἄρθη καιρὸς ποὺ δὲν θὰ ὑπάρχη αὐτὴ ἡ ἁρμονία ποὺ εἶνε σήμερα μεταξὺ λαοῦ καὶ κλήρου».
57. «Οἱ κληρικοὶ θὰ γίνουν οἱ χειρότεροι καὶ οἱ ἀσεβέστεροι τῶν ὅλων».
58. «Στὴν Πόλι θὰ χυθῆ αἷμα ποὺ τριχρονίτικο δαμάλι θὰ πλέξη (πλεύση)».
59. «Καλότυχος ὅποιος ζήσει μετὰ τὸ γενικὸ πόλεμο. Θὰ τρώγη μὲ ἀσημένιο κουτάλι...».
60. «Μετὰ τὸ γενικὸ πόλεμο θὰ ζήση ὁ λύκος μὲ τ᾿ ἀρνί».
61. «Θἄρθη πρῶτα ἕνα ψευτορωμαίϊκο· νὰ μὴ τὸ πιστέψετε· θὰ φύγη πίσω».
62. «Θὰ μαζωχτῆ τὸ χιλιάρμενο στὸ Σκάλωμα (Ἅγιοι Σαράντα) καὶ θἄρθουν κοκκινογέλεκοι, νὰ πολεμήσουν γιὰ σᾶς».
63. «Οἱ Τοῦρκοι θὰ φύγουν, ἀλλὰ θὰ ξανάρθουν πάλι καὶ θὰ φθάσουν ὡς τὰ Ἑξαμίλια. Στὸ τέλος θὰ τοὺς διώξουν εἰς Κόκκινη Μηλιά. Ἀπὸ τοὺς Τούρκους τὸ 1/3 θὰ σκοτωθῆ, τὸ ἄλλο τρίτο θὰ βαπτισθῆ καὶ μονάχα τὸ 1/3 θὰ πάη στὴν Κόκκινη Μηλιά».
64. «Τόσα πολλὰ θὰ γίνουν, ποὺ οἱ μανάδες θὰ γεννήσουν πρόωρα ἀπὸ τὸ φόβο τους».
65. «Ζῶα δὲν θὰ μείνουν· θὰ τὰ φᾶνε. Φᾶτε καὶ σεῖς μαζὶ μ᾿ αὐτούς. Στὰ Τζουμέρκα θὰ πάρετε σπόρο».
66. «Σπίτια μεγάλα μὴ κάμετε. Λιάσες νὰ κάμνετε νὰ μὴ σᾶς ἔρχωνται μέσα».
67. «Θὰ σᾶς ἐπιβάλουν μεγάλο καὶ δυσβάστακτο φόρο, ἀλλὰ δὲν θὰ προφθάσουν».
68. «Θὰ βάλουν φόρο στὶς κότες καὶ στὰ παράθυρα».
69. «Θὰ ζητήσουν νὰ σᾶς πάρουν καὶ στρατιῶτας. Δὲν θὰ προφθάσουν ὅμως».
70. «Οἱ Τοῦρκοι θὰ μάθουν τὸ μυστικὸ 3 μέρες γρηγορώτερα ἀπὸ τοὺς Χριστιανούς».
71. «Ὅταν ἀκούσετε ὅτι ὁ πόλεμος πιάστηκε ἀπὸ κάτω, τότε κοντὰ θὰ εἶνε».
72. «Ἂν ὁ πόλεμος πιαστῆ ἀπὸ κάτω, λίγα θὰ πάθετε· ἂν πιαστῆ ἀπὸ πάνω, θὰ καταστραφῆτε».
73. «Οἱ βράχοι καὶ οἱ λάκκοι θὰ εἶνε γεμάτοι κόσμο».
74. «Θἄρθη ξαφνικά· ἢ τὸ βόϊδι στὸ χωράφι ἢ τὸ ἄλογο στ᾿ ἁλώνι».
75. «Λυπηρὸν εἶνε νὰ σᾶς τὸ εἰπῶ· σήμερον, αὔριον καρτεροῦμεν δίψες, πεῖνες μεγάλες ποὺ νὰ δίδωμεν χιλιάδες φλουριὰ καὶ νὰ μὴν εὑρίσκωμεν ὀλίγον ψωμί».
76. «Μετὰ τὸν πόλεμον οἱ ἄνθρωποι θὰ τρέχουν μισὴ ὥρα δρόμο, γιὰ νὰ βρίσκουν ἄνθρωπο καὶ νὰ τὸν κάμνουν ἀδελφό».
77. «Ἀμπέλια μὴ φυτεύετε, διότι θὰ χαλάσουν καθὼς ἐκεῖνα στὴ Δρυϊνούπολι».
78. «Θὰ γίνη ἕνα χαρτοβασίλειο, ποὺ θὰ ἔχη μέγα μέλλον στὴν Ἀνατολή».
79. «Ὁ κόσμος τόσον θὰ πτωχεύση, ποὺ θὰ ζώνεται μὲ κληματσίδες».
80. «Ἡ αἰτία θὰ ἔλθη ἀπὸ τὰ Δελειατά».
81. «Ἡ Γαλλία θὰ ἐλευθερώση πολλὰ ἑλληνικὰ μέρη καὶ ἰδίως οἱ Ἰταλοί».
82. «Ἡ Γαλλία θὰ λευτερώση τὴν Ἑλλάδα, τὴν Ἤπειρο ἡ Ἰταλία».
83. «Ἀπὸ τρία μπουγάζια στενά, Κρά, Κράψη καὶ Μουζίνα, θὰ περνοῦν πολλὰ στρατεύματα γιὰ τὴν Πόλι. Καλὸν εἶνε τὰ γυναικόπαιδα νὰ βγοῦν στὰ βουνά. Θὰ σᾶς ρωτοῦν ἂν εἶνε μακρυὰ ἡ Πόλι· ἐσεῖς νὰ μὴ λέτε τὴν ἀλήθεια, διότι θὰ σᾶς κακοποιήσουν. Ὁ στρατὸς αὐτὸς δὲν θὰ φθάση στὴν Πόλι, στὴ μέση του δρόμου θὰ μάθη ὅτι ὁ πόλεμος ἐτελείωσε».
84. «Θὰ ἔρθη καιρός, ποὺ θὰ φέρη γύρες ὁ διάβολος μὲ τὸ κολοκύθι του».
85. «Θὰ βλέπετε νὰ πηγαίνουν ἄλλοι ἐπάνω καὶ ἄλλοι κάτω».
86. «Ἡ λευτεριὰ θἀρθῆ ἀπὸ κάτω ἀπὸ ὅπου χύνονται τὰ νερά».
87. «Ἀπὸ πάνω καὶ ἀπὸ τὴ σκάλα χαλασμὸ μὴ περιμένετε».
88. «Ἕνα ψωμὶ θὰ χαθῆ τὸ μισό, καὶ ἕνα ὁλόκληρο».
89. «Θὰ ἔρθη καιρὸς ποὺ μιὰ γυναίκα θὰ διώχνη δέκα Τούρκους μὲ τὴ ρόκα».
90. «Τὸν Πάπαν νὰ καταρᾶσθε, διότι αὐτὸς θὰ εἶνε ἡ αἰτία».
91. «Ὁ χαλασμὸς στὸν τόπο θὰ γίνη ἀπὸ ἕνα ὄνομα ἀξιωματούχου... (δυσανάγνωστον)».
92. «Πολλὰ χωριὰ θὰ καταστραφοῦν, οἱ τρεῖς χῶρες θὰ γίνουν μία».
93. «Νὰ ἔχετε τρεῖς θύρες· ἂν σᾶς πιάσουν τὴ μιά, νὰ φύγετε ἀπὸ τὴν ἄλλη».
94. «Πίσω ἀπὸ τὴ μιὰ θύρα νὰ κρυφθῆ κανείς, γλυτώνει· θὰ εἶνε βιαστικό».
95. «Νὰ παρακαλῆτε νὰ εἶνε μέρα καὶ ὄχι νύκτα, καλοκαίρι καὶ ὄχι χειμώνας».
96. «Οἱ ἄνθρωποι θὰ μείνουν πτωχοί, γιατὶ δὲν θἄχουν ἀγάπη στὰ δένδρα».
97. «Οἱ ἄνθρωποι θὰ καταντήσουν γυμνοί, γιατὶ θὰ γίνουν τεμπέληδες».
98. «Ἀπὸ ψηλά, μέσα ἀπὸ τὸ λιμάνι θἄρθη ὁ χαλασμός».
99. «Θὰ σᾶς ρίξουν παρὰ πολύ· θὰ σᾶς ζητήσουν νὰ τὸν πάρουν πίσω, ἀλλὰ δὲν θὰ μπορέσουν».
100. «Ἐσεῖς θὰ σώσετε ἄλλους καὶ οἱ ἄλλοι ἐσᾶς».
101. «Ἐσεῖς θὰ φύγετε ἀπ᾿ τ᾿ ἀριστερὰ βουνά· ἀπὸ τὴ δεξιὰ μεριὰ ὄχι· ἀπὸ τὶς σπηλιὲς μὴ φοβάστε».
102. «Θἀρθῆ ξαφνικά· τ᾿ ἄλογα θ᾿ ἀπομείνουν ζεμένα στὶς δουλειές τους καὶ σεῖς θὰ φύγετε».
103. «Θἆνε ὄγδοος αἰώνας ποὺ θὰ γίνουν αὐτά».
104. «Νὰ κρυφθῆτε ἢ κοντὰ στὴν πόρτα ἢ κοντὰ στὴν πλάκα, ἂν εἶνε βιαστικὸ καὶ γρήγορο».
105. «Πολλὰ θὰ συμβοῦν. Οἱ πολιτεῖες θὰ καταντήσουν σὰν μπαράγκες».
106. «Θἀρθῆ καιρὸς ποὺ θὰ βγῆ ὁ καταραμένος δαίμονας ἀπὸ τὸ καυκί του».
107. «Θἀρθῆ μία φορὰ ἕνας ψευτοπροφήτης· μὴ τὸν πιστέψετε καὶ μὴ τὸν χαρῆτε. Πάλι θὰ φύγη καὶ δὲν θὰ μεταγυρίση».
108. «Θἀρθῆ καιρὸς ποὺ οἱ χριστιανοὶ θὰ ξεσηκωθοῦν ὁ ἕνας κατὰ τοῦ ἄλλου».
109. «Νἄχετε τὸ σταυρὸ στὸ μέτωπο, γιὰ νὰ σᾶς γνωρίσουν ὅτι εἶσθε χριστιανοί».
110. «Δὲν θὰ φτάση ὁ στρατὸς στὴν Πόλι· στὴ μέση του δρόμου θἄρθη τὸ μαντᾶτο, ὅτι ἔφθασε τὸ ποθούμενο».
111. «Πήγαινε καὶ στὸ δρόμο θ᾿ ἀνταμειφθῆς».
(Ἐλέχθη ἐν Δερβιστάνῃ περὶ τίνος, ὅστις εἰρωνεύθη τὸν Ἅγιον. Οὗτος μετ᾿ ὀλίγον ἐτραυματίσθη καθ᾿ ὁδὸν ὑπό τινος ἐχθροῦ του).
112. «Εἰπὲ εἰς τὰ εἴδωλα ἐκεῖνα νὰ μὴν ἔρθουν ἐδῶ, ἀλλὰ νὰ γυρίσουν εἰς τὰ ὀπίσω».
(Καθὼς ὁ Ἅγιος ἐδίδασκεν εἰς Ἄσσον τῆς Κεφαλληνίας, διέκοψε μίαν στιγμὴν τὸ κήρυγμά του καὶ ἀπέστειλεν ἕνα ἀκροατήν του εἰς τὴν οἰκίαν τοῦ ἄρχοντος τοῦ τόπου εἰπὼν τοὺς λόγους τούτους. Οὗτος ἀπελθὼν εὗρε 4 κυρίας τῆς ἀριστοκρατίας ἀσέμνως ἐνδεδυμένας, «κατὰ τὸν τότε ἑνετικὸν συρμὸν ξεστήθωτες», αἱ ὁποῖαι ἦσαν ἕτοιμοι νὰ ἔλθουν καὶ νὰ παρακολουθήσουν τὸ κήρυγμα τοῦ Ἁγίου).
113. «Φτιάνετε σπίτια τορνευτὰ καὶ δὲν πρόκειται νὰ κατοικήσετε σ᾿ αὐτά».
(Εἶπε τοὺς λόγους τούτους ὁ ἅγιος εἰς Ἄσσον τῆς Κεφαλληνίας, ὅταν μίαν ἡμέραν διήρχετο πρὸ μιᾶς νεοκτίστου οἰκίας. Μετ᾿ ὀλίγον ὅλοι οἱ ἰδιοκτῆται ἀπέθανον πλὴν μιᾶς μοναχῆς).

114. «Τὸ παιδὶ αὐτὸ θὰ προκόψη, θὰ κυβερνήση τὴν Ἑλλάδα καὶ θὰ δοξασθῆ».
(Ἐλέχθη περὶ τοῦ Ἰωάννου Κωλέττη).

115. «Θὰ γίνης μεγάλος ἄνθρωπος, θὰ κυριεύσης ὅλη τὴν Ἀρβανιτιά, θὰ ὑποτάξης τὴν Πρέβεζα, τὴν Πάργα, τὸ Σούλι, τὸ Δελβίνο, τὸ Γαρδίκι καὶ αὐτὸ τὸ τάχτι τοῦ Κούτρ πασᾶ. Θὰ ἀφήσης μεγάλο ὄνομα στὴν οἰκουμένη. Καὶ στὴν Πόλι θὰ πᾶς, μὰ μὲ κόκκινα γένεια. Αὐτὴ εἶνε ἡ θέλησι τῆς θείας προνοίας. Ἐνθυμοῦ ὅμως εἰς ὅλην τὴν διάρκειαν τῆς ἐξουσίας σου νὰ ἀγαπᾶς καὶ νὰ ὑπερασπίζεσαι τοὺς χριστιανούς, ἂν θέλης νὰ μείνη ἡ ἐξουσία εἰς τοὺς διαδόχους σου».
(Ἐλέχθη ἐν Τεπελενίῳ περὶ τοῦ Ἀλῆ πασᾶ).

116. «Θὰ βγοῦν πράγματα ἀπὸ τὰ σχολεῖα ποὺ ὁ νοῦς σας δὲν φαντάζεται».
117. «Θὰ δῆτε στὸν κάμπο ἁμάξι χωρὶς ἄλογα νὰ τρέχη γρηγορώτερα ἀπὸ τὸν λαγό».
(Ἐλέχθη ἐν Βουλιαράταις παρὰ τὴν Δρόπολιν).
118. «Θαρθῆ καιρὸς ποὺ θὰ ζωσθῆ ὁ τόπος μὲ μιὰ κλωστή».
(Ἐλέχθη ἐν Ἄσσῳ τῆς Κεφαλληνίας).

119. «Θαρθῆ καιρὸς ποὺ οἱ ἄνθρωποι θὰ ὁμιλοῦν ἀπὸ ἕνα μακρυνὸ μέρος σὲ ἄλλο, σὰν νἆνε σὲ πλαγιανὰ δωμάτια, π.χ. ἀπὸ τὴν Πόλι στὴ Ρωσία».
120. «Θὰ δῆτε νὰ πετᾶνε ἄνθρωποι στὸν οὐρανὸ σὰν μαυροπούλια καὶ νὰ ρίχνουν φωτιὰ στὸν κόσμο. Ὅσοι θὰ ζοῦν τότε θὰ τρέξουν στὰ μνήματα καὶ θὰ φωνάζουν: Ἐβγᾶτε σεῖς οἱ πεθαμένοι νὰ μποῦμε μεῖς οἱ ζωντανοί».
121. «Τὸ κακὸ θὰ ἔλθη μέχρι τὸν Σταυρὸν καὶ δὲν θὰ μπορέση νὰ πάη κάτω. Μὴ φοβηθῆτε. Μὴ φύγετε ἀπὸ τὰ σπίτια σας».
(Ἐλέχθη εἰς τὴν περιοχὴν Πολυνερίου Γρεβενῶν. Πράγματι τῷ 1940 οἱ Ἰταλοὶ ἔφθασαν μέχρι τὴν τοποθεσίαν Σταυρός, ὅπου εἶχε κηρύξει ὁ Ἅγιος, καὶ ἐσταμάτησαν).

122. «Ὅταν θὰ πέση ὁ κλῶνος (ποὺ εἶνε στημένος ὁ Σταυρός), θὰ γίνη μεγάλο κακόν, ποὺ θὰ ἔλθη ἀπὸ τὸ μέρος ὅπου θὰ δείξη ὁ κλῶνος· καὶ ὅταν θὰ πέση τὸ δένδρον, θὰ γίνη ἕνα μεγαλύτερον κακόν».
(Ἐλέχθη εἰς χωρίον Τσιράκι (σήμερον Ἅγιος Κοσμᾶς) Γρεβενῶν. Πράγματι τῷ 1940 ἔπεσεν ὁ κλῶνος καὶ ὁ Σταυρὸς πρὸς τὸ μέρος τῆς Ἀλβανίας, ὅθεν ἐπετέθησαν οἱ Ἰταλοί, καὶ τῷ 1947 τὸ δένδρον, ὅτε ἡ περιοχὴ κατεστράφη ἐντελῶς λόγῳ τοῦ ἐμφυλίου πολέμου).