Τετάρτη, 26 Φεβρουαρίου 2014

Κάποτε σε επίσκεψη στη μητερούλα

 Πέρασαν μερικά χρόνια. Κάποιο χειμώνα, χρειάστηκε να πάω ως πρόσφατα χειροτονηθείς ιερέας στη μονή Ντιβέγεβο, που τότε άρχιζε να αναγεννάται. Αφού τελείωσα τις δουλειές του μοναστηριού, έτρεξα στη μητερούλα στην οδό Λιεσνάγια. Όμως η αυλόπορτα στο γνωστό σπιτάκι ήταν κλειδωμένη με μεγάλο λουκέτο. Αυτό μου φάνηκε παράξενο δεδομένου ότι η μητερούλα δεν πήγαινε πουθενά-εκείνο τον καιρό είχε πια συμπληρώσει τα 92 της χρόνια.
 Σηκώνοντας τις άκρες του ράσου, πήδηξα τον φράχτη. Στον χτύπο της πόρτας απάντησε η φωνή της μητερούλας. Πληροφορούσε ότι τώρα την κλειδώνουν στο σπίτι κι ούτε το κλειδί δεν της δίνουν: οι επισκέπτες είναι τόσοι πολλοί, που περνούν αδιάκοπα, από το πρωί ως το βράδυ.
 Αλλά θέλαμε να ιδωθούμε. Η μητερούλα ανοιξε το παράθυρο κι εγώ, σαν το Ρωμαίο, μπήκα στο σπίτι. 
 "Τύχων! Ξέρω ότι είσαι πια παπάς!", ήταν το πρώτο που μου είπε η μητερούλα. " Γρήγορα, εξομολόγησέ με, γιατί δεν μπορώ να εξομολογούμαι σ' αυτούς τους κοσμικούς παπάδες". 
 Μετά την εξομολόγηση η μητερούλα με κάθισε στο τραπέζι κι άρχισε να μαγειρεύει. Τηγάνισε ομελέτα, ζέστανε πατάτες. Και ξαφνικά έβγαλε κάτω από το τραπέζι ένα μπουκάλι αλκοόλ. Ήμασταν φίλοι σχεδόν δέκα χρόνια κι ούτε να φανταστώ δεν μπορούσα ότι ήταν ικανή να αγγίξει το κρασί. Κι εδώ, καθαρό αλκοόλ!
 " Ε, τι;", ρώτησε παρατηρώντας την έκπληξή μου. " Πρίν δε σε έφερνα σε δύσκολη θέση, φοβόμουν ότι θα σκανδαλιστείς. Τώρα όμως είσαι πια μεγάλος, ιερέας, δε θα κατακρίνεις. Αυτό χρειάζεται σ' εμάς τους γέρους για να τρέχει το αίμα". 
 'Εβαλε για τον εαυτό της στο ποτηράκι 30 γραμμάρια, προσέφερε και σ΄εμένα και με ευχαρίστηση ήπιε το αδιάλυτο αλκοόλο. Για μένα αυτο ήταν απολύτως εκπληκτικό, αλλά μου άνοιξε άλλη μια πτυχή της ζωής της μεγάλης μοναχής, μιας ζωής ακατανόητης με τους απλούς "μαθηματικούς" νόμους.

Από το βιβλίο: Σχεδόν Άγιοι, σελ. 271-271

Η Παιδαγωγική του Αγίου Πορφυρίου Καυσοκαλυβίτου



Τρίτη, 18 Φεβρουαρίου 2014

Όταν ο Κύριος επισκέπτεται την ψυχή

Όποιος πέρασε από πειρασμό, εκείνος θα μπορέσει να βοηθήσει και τον πειραζόμενο.
Το παρελθόν ως «γεγονός» δεν διαγράφεται από τη ζωή. Μπορούμε να το καλύψουμε με τη μετάνοια, να το καταστήσουμε ανίσχυρο απέναντι στην αιωνιότητα, αλλά ως ιστορικό γεγονός μένει οριστικώς αμετάβλητο.
Δεν είμαι, βέβαια, ο πρώτος στον οποίο έλαχε να αισθανθεί ντροπή για το παρελθόν του, για κάποιον άκαιρο λόγο που είπε ή έγραψε. Αλλά και σε αυτό βρίσκω ήδη κάποια ικανοποίηση, ότι έστω και στα χρόνια που ακολούθησαν μού δόθηκε η ευκαιρία να αναλογισθώ τα λάθη που έκανα νωρίτερα.
Και τώρα επαναλαμβάνω ότι τίποτε άλλο εκτός από τον Σταυρό δεν κηρύσσουμε. Και αν προσκαλούμε κάποιον να συμπορευτεί μαζί μας, τον καλούμε μόνο προς τον Σταυρό, και το θεωρούμε αυτό ως τη μεγαλύτερη και ασύγκριτη δόξα.
Όταν ο Κύριος επισκέπτεται την ψυχή, τότε ο Σταυρός γίνεται ελαφρύς, και κάποτε μάλιστα ανείπωτα γλυκύς. Όταν όμως ευδοκεί να την εγκαταλείπει σε κόπους και ασθένειες, τότε οφείλουμε να χαιρόμαστε με την ελπίδα ότι θα λάβει ακόμη μεγαλύτερη δόξα.

Γέροντας Σωφρόνιος του Έσσεξ

Τετάρτη, 12 Φεβρουαρίου 2014

Ο Άγιος Βλάσιος ο εν Σκλαβαίνοις

Ο Άγιος Βλάσιος ήταν ηγούμενος ή εφυσυχάζων επίσκοπος στην Ιερά Μονή των Εισοδίων της Θεοτόκου που βρίσκονταν στην περιοχή των Σκλαβαίνων – Ζαβέρδας νυν Παλαίρου Αιτωλοακαρνανίας. Ετελειώθει με μαρτυρικό θάνατο από Αγαρηνούς πειρατές μαζί με πέντε συμμοναστες του και πλήθος χριστιανών λαϊκών αντρών γυναικών και παιδιών που αποτελούσαν ποίμνιο του, για την πίστη τους στο Χριστό. Τον αποκεφάλισαν αφού προηγουμένως κάρφωσαν αργά στο σώμα του πέντε καρφιά. Στην συνέχεια οι δήμιοι του προσπάθησαν να κάψουν το σώμα του αλλά αυτό δεν κάηκε. Οι διασωθέντες χριστιανοί που έφτασαν στο σημείο έθαψαν τον Άγιο Βλάσιο χωριστά από τους πέντε συμμαρτυρίσαντες συνασκητές του, τους οποίους ενταφίασαν μαζί σε κοινό τάφο. Τους υπόλοιπους χριστιανούς τους έθαψαν φύρδην μύγδην σε μεγαλύτερο ομαδικό. Το μαρτύριο τους έλαβε χώρα την 19η Δεκεμβρίου ημέρα Κυριακή. Σε πέτρινη επιγραφή που βρέθηκε στο σημείο του τάφου του αναφέρονταν το έτος 1006 μ.Χ. η οποία πιθανώς να προσδιορίζει και τον χρόνο του μαρτυρίου του.

Σιγά σιγά χάνεται και σκεπάζεται από την λήθη του χρόνου το μαρτύριο και η ιστορικότητα του Αγίου Βλασίου και των συν αυτώ αλλά και όλων των γεγονότων τα οποία έλαβαν χώρα. Αγνοείται παντελώς η οντότητα του μεγάλου αυτού αγίου. Μόνο στις διηγήσεις της προφορικής παραδόσεως αναφέρεται η σφαγή που έλαβε χώρα, σε απροσδιόριστο παρελθοντικό χρόνο. Εκείθε και η ονομασία της περιοχής από Κιάφα σε «Σκλάβαινα» (περιοχή που υπέστη σκλαβια- αιχμαλωσία). Χάνεται κάθε ιστορική ή και μορφολογική ένδειξη της ύπαρξης του Αγίου για 900 και πλέον χρόνια. Όλα τα σκέπασε το σκότος της λησμονιάς. Αν και το όλο ιστορικό χάθηκε στα βάθη των αιώνων αν και τίποτα δεν καταμαρτυρούσε για τα γεγονότα των Σκλαβαίνων, αν και ο τόπος είχε αλλάξει ριζικά από μορφολογικής αλλά και πληθυσμιακής πλευράς, το θείο δώρο της Αγάπης του Θεού προς το σύγχρονο άνθρωπο αναδύεται ως θείο φως από το φάσμα των σκοτεινών 900 και πλέον χρόνων. Ευδοκείτε έτσι από το έτος 1915 μ.Χ. και εξής αρχίζουν να συμβαίνουν ανεξήγητα αλλά και θαυμαστά γεγονότα στην περιοχή των Σκλαβαίνων. Πολλοί από τους κατοίκους της περιοχής αρχίζουν να βλέπουν σε όνειρα κάποιον επιβλητικό και ιεροπρεπή ρασοφόρο, ο οποίος να τους έλεγε «Είμαι ο Άγιος Βλάσιος. Να σκάψετε στο σημείο αυτό και να βγάλετε τα λείψανα μου» και τους έδειχνε το συγκεκριμένο τόπο. Σημειωτέων ότι επί του σημείου του τάφου τίποτα δεν δήλωνε την ύπαρξη του. Πάνω από αυτό και εν αγνοία, είχαν κατασκευαστεί ποιμνιοστάσια και στάβλιζαν στο σημείο πρόβατα. Οι κάτοικοι μη μπορώντας να εξηγήσουν το γεγονός των εμφανίσεων αυτών του ιερέα, κατασκεύασαν ένα πέτρινο εικονοστάσι αφιερωμένο στον Άγιο Βλάσιο επίσκοπο Σεβαστείας (βλέπε ίδια ημέρα), στο σημείο που τους έδειχνε ο άγιος. Δεν επιχείρησαν όμως ποτέ να σκάψουν είτε από δυσπιστία είτε από τον φόβο της απογοήτευσης. Οι εμφανίσεις όμως του Αγίου άρχισαν να γίνονται πιο επίμονες και επιτακτικές με αποδέκτες πολλούς περισσότερους κατοίκους της περιοχής. Αλλά και πάλι δεν προχωρούσαν στο έργο της εκταφής του αγνώστου τάφου.

Κατά το έτος 1923 μ.Χ. ο Πανάγαθος Θεός ευδόκησε ώστε να δοξαστεί και επί της γης ο ένδοξος ιερομάρτυρας Του Βλάσιος. Και αυτό με την θαυμαστή δια ζώσης φανέρωση του, στην μακαριστή πλέον γερόντισσα Ευφροσύνη Κατσαρά. Μια απλή γνήσια και ευσεβή πολύτεκνη γυναίκα χήρα η οποία λάτρευε τον Θεό με την ίδια την ζωή της. Ήταν η νύκτα της 23η Αυγούστου του έτος 1923 μ.Χ. κατά την οποία η Ευφροσύνη φρόντιζε την ετοιμοθάνατη κόρη της η οποία έπασχε από τυφοειδή πυρετό. Ξαφνικά εν τω μέσω της νυκτός αφού ακούστηκε δυνατός κρότος άνοιξαν τα πορτοπαράθυρα της οικίας και εκτυφλωτικό φως εισήλθε εντός αυτής. Από υπερκόσμια αυτή λάμψη περιβάλλονταν κάποιος επιβλητικός ιερέας, ενδεδυμένος άπασα την ιερατική στολή ο οποίος κρατούσε στο χέρι ποιμαντική ράβδο. Τα χαρακτηριστικά του τα διέκρινε με κάθε λεπτομέρεια η γερόντισσα Ευφροσύνη ενώ η κόρης της αντιλαμβάνονταν μόνο την εκτυφλωτική λάμψη. Ο άγιος ιερέας απευθυνόμενος στην Ευφροσύνη της είπε ότι είναι ο Άγιος Βλάσιος και της ζήτησε να τον ακολούθησε για να της υποδείξει το ακριβές σημείο του τάφου του προκειμένου να ενεργήσει για την εκταφή του. Σαστισμένη η γερόντισσα από το γεγονός που ζούσε προέβελε στον Άγιο τον δισταγμό της λόγω της ασθένειας της κόρης της. Ο Άγιος τότε αφού έβγαλε κάποιον εγκόλπιο σταυρό σταύρωσε την ετοιμοθάνατη κόρη της και της ζήτησε ξανά να τον ακολουθήσει. Όπως κι έγινε. Μέσα στο αποπνικτικό σκοτάδι η Ευφροσύνη ακολούθησε το φωτοβόλο Άγιο Βλάσιο, ο οποίος την οδήγησε στο σημείο που είχαν χτίσει το προσκυνητάρι. Εκεί με την ράβδο που κρατούσε χάραξε ένα κύκλο στο χώμα, υποδυκνείοντας το σημείο που θα ‘πρεπε να σκάψουν για να βγάλουν τα άγια και χαριτόβρυτα λείψανα του. Στην συνέχεια ο Άγιος αφού επέστρεψε την Ευφροσύνη στο σπίτι της εξαφανίστηκε. Εκεί η γερόντισσα βρήκε την κόρη της πολύ καλύτερα και θεραπευμένη.

Από την επομένη ημέρα κιόλας άρχισε τις ενέργειες για να γίνει η ανακομιδή των λειψάνων. Όλοι όμως την αντιμετώπιζαν με κάποια δυσπιστία και επιφύλαξη. Αρωγός όμως των προσπαθειών της αυτών ήταν ο Άγιος Βλάσιος που την καθοδηγούσε , αλλά και που εμφανίζονταν και σε άλλα άτομα προκειμένου να γίνει αυτή πιστευτή. Πράγματι οι προσπάθειες της απέδωσαν και άρχισαν οι εργασίες της ανακομιδής με πολλές επιφυλάξεις και μεγάλη ένταση.

Την τρίτη ημέρα των εργασιών κι ενώ για πολλοστή φορά ήταν έτοιμοι να τα παρατήσουν η σκαπάνη χτύπησε σε μια πέτρινη πλάκα. Ρίγη συγκίνησης και δέος κατέλαβαν τους παρευρισκομένους. όταν έβγαλαν την επιτάφια πλάκα μια ουράνια ευωδία ξεχύθηκε και απλώθηκε στην ατμόσφαιρα. Όλοι βρίσκονταν επί του τάφου, εντός του οποίου βρίσκονταν τα λείψανα του Αγίου Βλασίου και τα οποία τόσα χρόνια πριν σε ενύπνια τους ζητούσε να βγάλουν από την γη. Εντός του τάφου και επί των ιερών λειψάνων ευρέθηκαν ένας εγκόλπιος βαρύτατος σιδερένιος σταυρός και τα πέντε καρφιά του μαρτυρίου του.

Αφού περισυνέλλεξε η Ευφροσύνη τα ιερά λείψανα σύμφωνα με τις οδηγίες του Αγίου άρχισε να ενεργεί τα δέοντα για την ανέγερση του ιερού του Ναού και την αγιογράφηση της ιεράς του Εικόνας.

Επίσης, ο Άγιος Βλάσιος έκανε δύο εμφανίσεις, μία σε όραμα στον ευσεβέστατο αείμνηστο Αρχιμ. Αρσένιο Τσαταλιό την 6-12-1978 μ.Χ. και μία άλλη στον ευλαβέστατο μοναχό Παΐσιο τον Αγιορείτη στο Άγιο Όρος το 1980 μ.Χ. (βλέπε εδώ περισσότερες λεπτομέρειες για το γεγονός).

Από την εμφάνιση του Αγίου μέχρι σήμερα άπειρες είναι οι θαυμαστές επεμβάσεις και οι εμφανίσεις του και τα πολλά θαύματα του στα πέρατα της οικουμένης. Ο Θεός χαρίτωσε τον μεγαλομάρτυρα και ιερομάρτυρα Βλάσιο και τους συναθλητές του κι επί της γης, όπως και αυτοί πριν από 900 περίπου χρόνια έδωσαν το πολυτιμότερο ως χοϊκοί την ίδια τους την ζωή. Κέρδισαν όμως μέρος την Ενδόξου Ουράνιας Βασιλείας. Ουράνια Βασιλεία είθε της οποίας δια Πρεσβειών του Αγίου ιερομάρτυρος Βλασίου του Ακαρνάνος και των συν Αυτώ να γίνουμε άπαντες μέτοχοι.


Ἀπολυτίκιον  (Κατέβασμα)
Ήχος γ’.
Νέος ήλιος, ημίν εφάνης, ει και ‘ηθλησας, τοις πάλαι χρόνοις, τη φανερώσει των θείων λειψάνων σου, ιερομάρτυς Πατήρ ημών Βλάσιε, και καταυγάζεις ημάς θείαις χάρισιν∙ όθεν πρέσβευε, Κυρίω τω σε δοξάσαντι δωρήσασθαι ημίν το μέγα έλεος.

Μεγαλυνάριον
Χαίροις των Οσίων κλέος σεπτόν, χαίροις ιερέων και Μαρτύρων ο κοινωνός, χαίροις των Σκλαβαίνων, ο θείος πολιούχος, Ιερομάρτυς χαίρε, Κυρίου Βλάσιε.