Παρασκευή, 31 Αυγούστου 2012

Αρχή της Ινδίκτου, 1η Σεπτεμβρίου

Τι είναι και τι σημαίνει.
Η Εκκλησία του Χριστού εορτάζει σήμερα την αρχή της Ινδικτιώνος – από την λατινική λέξη “indictio”, η οποία σημαίνει ορισμός – δηλαδή την έναρξι του εκκλησιαστικού έτους. Ο όρος προήλθε από την συνήθεια των Ρωμαίων αυτοκρατόρων να ορίζουν δια θεσπίσματος για διάστημα δεκαπέντε ετών το ποσόν του ετησίου φόρου, που εισέπρατταν αυτήν την εποχή για την συντήρησι του στρατού. Κατ’ επέκτασιν καθιερώθηκε να ονομάζωνται ινδικτιώνες και οι δεκαπενταετείς αυτοί κύκλοι που άρχισαν επί Καίσαρος Αυγούστου, τρία χρόνια πριν από την γέννησι του Χριστού.
Επειδή ο Σεπτέμβριος είναι εποχή συγκομιδής καρπών και προετοιμασίας για τον νέο κύκλο βλαστήσεως, ταίριαζε να εορτάζουν οι χριστιανοί την αρχή της γεωργικής περιόδου αποδίδοντας ευχαριστίες στον Θεό για την εύνοιά του προς την κτίσι. Είναι αυτό που ήδη έκαναν οι Ιουδαίοι σύμφωνα με τις εντολές του Μωσαϊκού Νόμου· την πρώτη δηλαδή ημέρα του εβδόμου ιουδαϊκού μηνός, αρχές Σεπτεμβρίου, τελούσαν την εορτή της Νεομηνίας ή των Σαλπίγγων, κατά την οποίαν εσχόλαζαν από κάθε εργασία, για να προσφέρουν θυσίες ολοκαυτωμάτων “εις οσμήν ευωδίας Κυρίω” (Λευϊτ. 23,18).
Ο Χριστός, ο Υιός και Λόγος του Θεού, ο δημιουργός του χρόνου και του σύμπαντος, ο προάναρχος Βασιλεύς των αιώνων, ο οποίος εσαρκώθη, για να αποκαταλλάξη τα πάντα εις Εαυτόν και να συναγάγη Ιουδαίους και εθνικούς εις μίαν Εκκλησίαν, ήθελε να ανακεφαλαιώση εν Εαυτώ τον αισθητό κόσμο και τον γραπτό Νόμο. Έτσι, αυτήν την ημέρα που η φύσις ετοιμάζεται να διατρέξη ένα νέο κύκλο εποχών, εορτάζουμε το γεγονός, κατά το οποίο ο Κύριος ημών Ιησούς Χριστός εισήλθε στην Συναγωγή και ανοίγοντας το βιβλίο του Ησαϊου ανέγνωσε το χωρίο, όπου ο Προφήτης ομιλεί επ’ ονόματι του Σωτήρος “Πνεύμα Κυρίου επ’ εμέ, ού είνεκεν έχρισέ με, ευαγγελίσασθαι πτωχοίς απέσταλκέ με, κηρύξαι ενιαυτόν (= έτος) Κυρίου δεκτόν” (Λουκ. 4,18).
Όλες οι Εκκλησίες, συναθροισμένες “επί το αυτό”, αναπέμπουν σήμερα δοξολογία προς τον ένα τρισυπόστατο Θεό, ο οποίος διαμένει στην αιώνια μακαριότητα, διακρατεί τα πάντα εν τη ζωή και στέλνει άφθονες τις ευλογίες του κάθε εποχή στα κτίσματά του. Ο ίδιος ο Χριστός ανοίγει τις θύρες του νέου έτους και μας προσκαλεί να τον ακολουθήσωμε, για να γίνωμε μέτοχοι της αιωνιότητός του.

Πηγή: Νέος Συναξαριστής της Ορθοδόξου Εκκλησίας, υπό Μακαρίου ιερομονάχου Σιμωνοπετρίτου, εκδ. Ίνδικτος, τόμος πρώτος (Σεπτέμβριος)

Τρίτη, 28 Αυγούστου 2012

Προσπάθεια,α-προσπάθεια, α-πάθεια

Ἂν λοιπὸν θέλουμε ν' ἁπαλλαγοῦμε τέλεια καὶ να ἐλευθερωθοῦμε, ἂς μάθουμε να κόβουμε τὰ θελήματα μας, καὶ ἔτσι προκόβοντας λίγο - λίγο, μὲ τῇ Χαρῇ τοῦ Θεοῦ, θὰ φτάσουμε στην «ἀπροσπάθεια». Γιατὶ τίποτα δεν ὠφελεῖ τόσο τοὺς ἀνθρώπους, ὅπως τὸ να κόψουν τὸ θέλημα τούς. Πραγματικά, προοδεύει κανεὶς ἀπ' αὐτὸ τὸ πρᾶγμα σχεδὸν περισσότερο ἀπ' ὄσο με ὁποιαδήποτε ἄλλη ἀρετή. Καὶ ὅπως ἀκριβῶς ὁ ἄνθρωπος ποῦ περπατάει στο δρόμο καὶ βρίσκει ἕνα μονοπάτι καὶ τὸ ἀκολουθεῖ, μ' ἐκεῖνο τὸ μονοπάτι κερδίζει πολὺ μεγάλο μέρος ἀπὸ τὸ δρόμο, τὸ 'ἴδιο συμβαίνει καὶ μ' αὐτὸν ποῦ ἀκολουθεῖ τὸ δρόμο τῆς «ἐκκοπὴς τοῦ θελήματος». Γιατί με τὸ να κόβει κανεὶς τὸ θέλημα τοῦ, ἀποκτᾷ τὴν «ἀπροσπάθεια» καὶ ἀπὸ τὴν «ἀπροσπάθεια» ἔρχεται, μὲ τῇ Χαρῇ τοῦ Θεοῦ, σὲ τέλεια «ἀπάθεια». Μπορεῖ δὲ σὲ μικρὸ χρονικὸ διάστημα να κόψει κανεὶς δέκα θελήματα, καὶ σᾶς λεὼ πῶς: Κάνει ἕνα μικρὸ περιπατο καὶ βλέπει κάτι, καὶ τοῦ λέει ὁ λογισμός: «Κοίταξε ἐκεῖ», καὶ λέει στο λογισμό: «Ὄχι δεν κοιτάζω καθόλου», καὶ κόβει τὸ θέλημά του καὶ δεν προσέχει. Πάλι συναντάει μερικοὺς ποῦ κουβεντιάζουν, καὶ τοῦ λέει ὃ λογισμός: «Πες καὶ σὺ αὐτό», καὶ κόβει τὸ θέλημά του καὶ δεν τὸ λέει. Πάλι τοῦ λέει ὁ λογισμός: «Πήγαινε καὶ ῥώτησε τὸ μάγειρά τι μαγειρεύει», καὶ δεν πάει, ἀλλὰ κόβει τὸ θέλημά του. Βλέπει κάτι καὶ τοῦ λέει ὃ λογισμός: «Ῥώτησε ποῖος τὸ ἔφερε», καὶ κόβει τὸ θέλημά του καὶ δεν ῥωτάει. Καὶ ἔτσι κόβοντας συχνὰ - πυκνὰ τὸ θέλημά του, συνηθίζει να τὸ κόβει καὶ ἀρχιζοντας ἀπὸ τὰ μικρὰ φτάνει να κόβει με ἄνεση καὶ χαρὰ καὶ τὰ μεγάλα. Ἔτσι καταλήγει να μὴν ἔχει καθόλου θέλημα, ἀλλὰ ὀτιδήποτε συμβεῖ τὸν ἀναπαύει, σὰν να γίνεταί με τὸ θέλημά του. Καὶ χωρὶς να θέλει ὃ 'ἴδιος να κάνει τὸ θέλημά του βρίσκεται πάντοτε να τὸ κάνει. Γιατὶ για ὁποῖον δεν ἔχει δικὸ τοῦ θέλημα, καθετὶ ποῦ γίνεται εἶναι καὶ δικὸ τοῦ. Καὶ μ' αὐτὸν τὸν τρόπο φτάνει, ὅπως εἴπαμε, να μὴν ἔχει «προσπάθεια» καὶ ἀπὸ τὴν «ἀπροσπάθεια» ἔρχεται στην «ἀπάθεια».
ΑΒΒΑ ΔΩΡΟΘΕΟΥ, έργα ασκητικά, 
Εκδόσεις ΕΤΟΙΜΑΣΙΑ 
                                              σελ 101- 103 Α΄ ΔΙΔΑΣΚΑΛΙΑ

Η ασθένεια ως υπαρξιακό γεγονός

Η νέα γρίπη που έγινε πανδημία και κυρίως ο πανικός και ο φόβος που δημιουργεί στους ανθρώπους φέρει στην επιφάνεια ένα μεγάλο γεγονός που έχει σχέση με τις ψυχολογικές ανασφάλειες και τον υπαρξιακό φόβο. Όλες οι υπερβολικές αντιδράσεις των ανθρώπων απέναντι σε τέτοια ζητήματα, όπως η ασθένεια, συνδέονται με τον φόβο του θανάτου.
Όταν ρωτούμε τον γιατρό για κάποια ένδειξη σοβαρής ασθένειας, δεν προσέχουμε τόσο την απάντηση που μας δίνει, αλλά προσπαθούμε με αγωνία να εισδύσουμε στην σκέψη του για να διακριβώσουμε τι ενδεχομένως μας αποκρύπτει. Και αυτή η κίνησή μας κρύβει τον φόβο του θανάτου, μήπως δηλαδή η συγκεκριμένη ασθένεια καταλήξη στον θάνατο. Έτσι, περισσότερο από την ασθένεια πρέπει να αντιμετωπισθή ο φόβος του θανάτου, ο οποίος προκαλείται από διάφορα γεγονότα και αφορμές.
Ο θάνατος είναι ένα βιολογικό και υπαρξιακό φορτίο που το κουβαλάει ο άνθρωπος από την πρώτη στιγμή της γονιμοποίησης του ωαρίου και την δημιουργία του ζυγώτη. Από τα 20.000 περίπου γονίδια που έχει ο άνθρωπος ένας αριθμός γονιδίων σχετίζονται με την γήρανση και την φθορά και οδηγούν στον θάνατο, όπως αυτά που βρίσκονται στο μιτοχονδριακό DNA. Οπότε, ο θάνατος καιροφυλακτεί μέσα μας, ακόμη και από τότε που δεν έχουν διαφοροποιηθή τα βλαστοκύτταρα και δεν έχουν σχηματισθή τα όργανα του σώματος. Αλλά και τα γονίδια που θα προκαλέσουν κάποτε διάφορες ασθένειες και αυτά κρύβουν τελικά τον θάνατο.
Ο φόβος του θανάτου ερμηνεύεται και κοινωνιολογικά, αφού η συσσώρευση υλικών αγαθών, οι ποικίλες ασφαλίσεις, τα συντάξιμα χρόνια, οι καταθέσεις κλπ., στο βάθος τους υποκρύπτουν την αντιμετώπιση των γηρατειών και τις άγνωστες συνθήκες με τις οποίες θα πεθάνουμε. Και αυτό το «πνεύμα» του καπιταλισμού και του σοσιαλισμού δεν είναι ανεξάρτητο από τον φόβο του θανάτου.
Ψυχολογικοί παράγοντες συνδέονται με τον θάνατο και την αντιμετώπισή του. Όπως ισχυρίζεται ο Ιωσήφ Φέϊμπρι που ανέλυσε πρακτικότερα την «λογοθεραπεία» του Βίκτωρ Φράνκλ, οι βιολόγοι θεωρούν ότι η ζωή του ανθρώπου από την γέννηση μέχρι τον θάνατο προσδιορίζεται «από τις λειτουργίες των ενδοκρινών αδένων, από τις χημικές αντιδράσεις και από τις ηλεκτρικές φορτίσεις». Οι ψυχολόγοι ομιλούν για τις ορμές και τα ένστικτα και τις διάφορες εξαρτημένες διαδικασίες που προσδιορίζουν την συμπεριφορά μας. Όμως ο Βίκτορ Φράνκλ υποστηρίζει ότι μέσα σε όλους αυτούς τους παράγοντες διατηρείται ένας χώρος ελευθερίας και ο άνθρωπος μπορεί να προσδιορίζη το νόημα της ζωής του και να υπερβαίνη «την τραγική τριάδα της ανθρώπινης ύπαρξης», που είναι ο πόνος, ο θάνατος και η ενοχή, και μάλιστα ο θάνατος προηγείται του πόνου. Ο Πιαζέ απέδειξε ότι η μη αναστρεψιμότητα του θανάτου εμφανίζεται στην ηλικία των 8-10 ετών και συνδέεται με τις κρίσεις στην εφηβεία και τις μετέπειτα ηλικίες.
Συγχρόνως ο θάνατος είναι και ένα υπαρξιακό γεγονός, ένα οριακό σημείο στην ζωή του ανθρώπου. Για τα οριακά-υπαρξιακά φαινόμενα, που δείχνουν την εσωτερική κατάσταση του ανθρώπου, ασχολήθηκαν οι υπαρξιστές φιλόσοφοι και έδωσαν διάφορες ερμηνείες. Άλλοι τα υπαρξιακά ερωτήματα τα αντιμετώπισαν με την πίστη στον Θεό (Κίρκεγκαρτ)• άλλοι με την κίνηση προς τον εαυτό, τους άλλους και την ιστορία, με απώτερο τέλος όμως την τραγωδία, τον θάνατο, που δεν μπορούμε να αποφύγουμε (Γιάσπερς)• άλλοι συνδέουν την ύπαρξη με το μηδέν, αφού θεωρούν ότι η ύπαρξη προέρχεται από το μηδέν και μηδενίζει τα πάντα (Σάρτρ)• άλλοι συνδέουν την ύπαρξη με το νόημα για την ζωή, και την αλήθεια με την ανάδυση από την λήθη και μάλιστα την λήθη του θανάτου (Χάιντεγκερ).
Ο πανικός για το πότε θα κυκλοφορήση το νέο εμβόλιο για την γρίπη και πότε θα το προμηθευθούμε κατέλαβε πολλούς. Δεν μπορεί κανείς να αρνηθή αυτήν την πραγματικότητα που, όταν παραμένη σε ένα φυσιολογικό επίπεδο για την προστασία του εαυτού μας, και κυρίως των παιδιών, που έχουν μέλλον και όραμα για την ζωή, είναι δικαιολογημένη, αλλά αυτό δεν είναι πανάκεια στην λύση όλων των προβλημάτων. Υπάρχουν υγιείς σωματικά άνθρωποι που δεν έχουν απαλλαγή από το υπαρξιακό κενό και την «ανούσια ανυπαρξία», από την βίωση μιας προθανάτειας εμπειρίας, μιας αργόσυρτης κίνησης προς τον θάνατο. Ο Γιάλομ έθεσε στο στόμα του Μπρόϊερ κατά την «συζήτησή» του με τον Νίτσε την φράση: «παρελαύνω κι εγώ μαζί με όλους τους άλλους με συντονισμένο βήμα προς το θάνατο».
Έτσι, εκτός από το εμβόλιο κατά της νέας ασθενείας απαιτείται η εύρεση υπαρξιακών και πνευματικών «εμβολίων», που να υπερνικούν τον φόβο του θανάτου, ο οποίος δημιουργεί ψυχολογικά, υπαρξιακά και κοινωνικά προβλήματα. Η νοηματοδότηση του ανθρώπινου βίου είναι ένα «πνευματικό εμβόλιο» που είναι αναγκαίο για κάθε ασθένεια.
Μέσα στην ζέστη του καλοκαιριού, στο μέσον του Δεκαπενταύγουστου η Εκκλησία προσφέρει ένα τέτοιο «πνευματικό εμβόλιο», για να αντιμετωπίσουμε το βιολογικό και υπαρξιακό φορτίο του θανάτου, που κουβαλάμε μέσα μας από την γέννηση μας και το φέρουμε σε όλη μας την ζωή, και εκδηλώνεται κάθε φορά από διάφορες αφορμές, τώρα με την ασθένεια της νέας γρίπης, αύριο με κάποια άλλη ασθένεια. Ο θάνατος της Παναγίας λέγεται κοίμηση και αυτή χαρακτηρίζεται ως ένδοξη, γιατί είναι μετάσταση. Πανηγυρίζουμε την εορτή της Κοιμήσεως της Θεοτόκου όχι τυποποιημένα, μηχανικά, παγανιστικά, αλλά με χαρά, ελπίδα, αισιοδοξία, πίστη ότι ο θάνατος έχει νικηθή και όλοι μας μπορούμε να υπερβούμε τον φόβο και του θανάτου, αλλά και του πανικού που προέρχεται από αυτόν, με το «φάρμακο της αθανασίας».
Χρειαζόμαστε αισιοδοξία, ελπίδα, προοπτική, νόημα ζωής. Αυτό που θα πρέπει να μας απασχολή δεν είναι το ότι θα πεθάνουμε, αλλά πως θα ζήσουμε όσο είμαστε υγιείς. Αυτό είναι το ισχυρότερο αντιβιοτικό και το αποτελεσματικότερο εμβόλιο που μας κάνει πιο ανθρώπινους. Αλλιώς θα ισχύει ο λόγος του Μπρόιερ: «Επιλέγουμε την ψυχική πίεση και η ψυχική πίεση είναι αυτή που επιλέγει την αρρώστια». 
                                                                Σεβ. Μητροπολίτου Ναυπάκτου και Αγίου Βλασίου Ιεροθέου

Παρασκευή, 24 Αυγούστου 2012

Ο Άγιος Κοσμάς ο Αιτωλός

Ο Άγιος Κοσμάς ο Αιτωλός γεννήθηκε το 1714 στο Μεγάλο Δένδρο της Αιτωλίας. Το βαπτιστικό του όνομα ήταν Κώνστας. Στην ηλικία των 8 ετών στάλθηκε στην Σιγδίτσα της επαρχίας Παρνασσίδος όπου ήταν μαθητής του ιεροδιδάσκαλου Λύτσικα, αργότερα μετέβη στο Άγιον Όρος όπου σπούδασε στην Αθωνιάδα Σχολή.
Μετά την αποφοίτησή του πήγε στην Μονή Φιλοθέου, όπου και χειροτονήθηκε μοναχός με το όνομα Κοσμάς. Όμως η μεγάλη του πίστη στο Θεό και η θέλησή του να κηρύττει το Ευαγγέλιο και το όνομα του Ιησού Χριστού τον έκαναν να δράσει για το όφελος της κοινωνίας.
Έτσι εγκατέλειψε την μονή και πήγεστην Κωνσταντινούπολη όπου συναντήθηκε με τον μεγάλο αδελφό του Χρύσανθο διδάσκαλο της πατριαρχικής σχολής.
Με τις συστάσεις που του έκανε γνωρίστηκε με πολλούς αρχιερείς και με τον πατριάρχη Σεραφείμ και με την έγγραφη άδεια του Πατριαρχείου άρχισε το ευαγγελικό κήρυγμα το 1760. Μετά περιηγήθηκε στα νησιά του Αιγαίου, τη Μακεδονία, την Ήπειρο, την Θεσσαλία, την Στερεά Ελλάδα και τα Ιόνια νησιά κηρύττοντας τον Θείο Λόγο.
Τα κηρύγματα του Κοσμά δημιούργησαν μεγάλη εντύπωση διότι χρησιμοποιούσε την δημοτική γλώσσα. Ο λαός κατά χιλιάδες παρακολουθούσε τα κηρύγματά του σε όλα τα μέρη όπου πήγαινε ενώ εκείνος δίδασκε με ασυνήθιστη ευγλωττία, κοινωνική αλληλεγγύη και θρησκευτική ευλάβεια. Ήταν ένθερμος υποστηρικτής της παιδείας και αυτό φαίνεται από το ότι ίδρυσε 200 δημοτικά σχολεία.
Όχι μόνο οι Χριστιανοί αλλά και οι Τούρκοι σέβονταν τον Κοσμά και άκουγαν με προσοχή τις συμβουλές του. Σε όποιο μέρος δίδασκε καρφωνόταν ένας ξύλινος σταυρός για να αποδεικνύει ότι πέρασε από εκεί. Κατά την αποστολική του περιοδεία ακολουθείτο από πολλούς ιερείς οι οποίοι μιμούμενοι αυτόν διασκορπίζονταν στα χωριά κηρύττοντας ή διαβάζοντας τους λόγους του. Επειδή δε συνήθως έψεγε και κάκιζε τους άρχοντες των κοινοτήτων που επισκεπτόταν για τις αυθαιρεσίες τους είχε πολλούς εχθρούς. Στην Κεφαλονιά οι άρχοντες - ευγενείς ζήτησαν από τον Ενετό διοικητή την απέλασή του η οποία όμως ματαιώθηκε από την ενθουσιώδη υποστήριξη του λαού. Όταν αποφάσισε να μεταβεί στην Ζάκυνθο τον συνόδευσαν 10 πλοία κατάμεστα από Κεφαλλονίτες θαυμαστές του. Επειδή όμως οι άρχοντες του απαγόρευσαν να αποβιβαστεί γιατί φοβόντουσαν τα λεγόμενά του, γύρισε ξανά στην Κεφαλλονιά και μετά από αρκετό καιρό πήγε στην Κέρκυρα όπου και του έγινε μεγάλη υποδοχή. Αναγκάστηκε από τον διοικητή του νησιού, να εγκαταλείψει το νησί και να περάσει στην Ήπειρο και την Αλβανία.
Οι Εβραίοι της Ηπείρου συκοφάντησαν τον Αιτωλό ως φιλοπόλεμο και τον κατηγόρησαν στην Τουρκική διοίκηση ως οργανωτή επαναστάσεως. Προσκλήθηκε τότε στο Βεράτιο της Αλβανίας για να απολογηθεί και καταγοήτευσε τόσο τον διοικητή ώστε αντί να καταδικαστεί του δόθηκε μικρός θρόνος όπου και ανέβηκε κηρύττοντας τον Λόγο του Θεού. Τότε οι Εβραίοι επινόησαν άλλο μέσο για να καταδικαστεί. Προσέλαβαν μουσουλμάνο εισπράκτορα ο οποίος ανέφερε στον διοικητή ότι λιγόστευαν οι φόροι διότι ο κόσμος παρακολουθεί την διδασκαλία του Αιτωλού αντί να ασχολείται με την γεωργία. Ο διοικητής διέταξε να τον σταματήσουν αλλά ο εισπράκτορας παρερμήνευσε την διαταγή και ενέργησε κρυφά ώστε να θανατωθεί.
Οι Τούρκοι τον συνέλαβαν και με το πρόσχημα ότι θα τον οδηγήσουν στον Κούρτ Πασά, πλάι στην όχθη ενός ποταμού κοντά στο Κολικόντασι του φανέρωσαν ότι είχαν διαταγή να τον σκοτώσουν. Ο Άγιος με χαρά δέχθηκε την απόφαση και γονατιστός προσευχήθηκε στο Θεό ευχαριστώντας Τον γιατί θα αξιωνόταν να θυσιάσει για Εκείνον τη ζωή του. Οι Τούρκοι κρέμασαν σε ένα δέντρο τον Ιερομάρτυρα και Ισαποστόλο Άγιο Κοσμά τον Αιτωλό στις 24 Αυγούστου 1779, στα εξήντα πέντε του χρόνια! Κατόπιν, έδεσαν στο τίμιο λείψανό του μια βαριά πέτρα και το έριξαν στο ποτάμι για να μη βρεθεί ποτέ.
Εν τω μεταξύ έμαθαν οι Χριστιανοί το Μαρτύριο του Πατροκοσμά (Αγίου Κοσμά) και έσπευσαν να βρουν το Άγιο λείψανό του. Τρεις ημέρες είχαν περάσει άκαρπες, ώσπου ω του θαύματος! Ο εφημέριος της Εκκλησίας της Υπεραγίας Θεοτόκου στο Κολικόντασι, ο παπα - Μάρκος, μπαίνει στο βαρκάκι του και κάνοντας με πίστη το σταυρό του, αξιώνεται να δει το Άγιο λείψανο του Πατροκοσμά να πλέει επάνω στο νερό του ποταμού και να στέκεται όρθιο, σαν να ήταν εν ζωή!!!
Αμέσως σπεύδει και αγκαλιάζει το τίμιο μαρτυρικό σώμα του Αγίου μας να το βάλει στη βάρκα του και καθώς το σήκωνε έτρεξε πολύ το αίμα από το ευλογημένο στόμα του, που τόσες και τόσες ψυχές αμέτρητες στήριξε, ανακούφισε και προφήτευσε με τη Χάρη του Αγίου Πνεύματος!

Οφείλω να σημειώσω ότι ο Άγιος Κοσμάς ο Αιτωλός είχε την ικανότητα και το Χάρισμα από τον Θεό να Προφητεύει, μερικές από τις Προφητείες του είναι οι παρακάτω:

(ΠΡΟΦΗΤΕΙΕΣ ΠΟΥ ΕΚΠΛΗΡΩΘΗΚΑΝ)
-Θα δείτε στον κάμπο αμάξι χωρίς άλογα να τρέχει γρηγορότερα από τον λαγό!!!
-Θα 'ρθει καιρός που οι άνθρωποι θα ομιλούν από ένα μακρινό μέρος σε άλλο, σαν να 'ναι σε πλαγινά δωμάτια, π.χ. από την Πόλη στη Ρωσία.
-Θα δείτε να πετάνε άνθρωποι στον ουρανό σαν μαυροπούλια και να ρίχνουν φωτιά στον κόσμο. Όσοι θα ζουν τότε θα τρέξουν στα μνήματα και θα φωνάζουν: Εβγάτε σεις οι πεθαμένοι να μπούμε μεις οι ζωντανοί!

(ΠΡΟΦΗΤΕΙΕΣ ΠΟΥ ΑΝΑΜΕΝΕΤΕ ΝΑ ΕΚΠΛΗΡΩΘΟΥΝ)
-Οι Τούρκοι θα φύγουν, αλλά θα ξανάρθουν πάλι και θα φθάσουν ως τα Εξαμίλια. Στο τέλος θα τους διώξουν εις την Κόκκινη Μηλιά. Από τους Τούρκους το 1/3 θα σκοτωθεί, το άλλο τρίτο θα βαπτισθεί και μονάχα το 1/3 θα πάει στην Κόκκινη Μηλιά.
-Στην Πόλη θα χυθεί αίμα που τριχρονίτικο δαμάλι θα πλέξη (=θα πλεύση).
-Από τρία μπουγάζια στενά, Κρα, Κράψη και Μουζίνα, θα περνούν πολλά στρατεύματα για την Πόλη. Καλόν είναι τα γυναικόπαιδα να βγουν στα βουνά. Θα σας ρωτούν αν είναι μακριά η Πόλη. εσείς να μη λέτε την αλήθεια, διότι θα σας κακοποιήσουν. Ο στρατός αυτός δεν θα φθάσει στην Πόλη, στη μέση του δρόμου θα μάθει ότι ο πόλεμος ετελείωσε".
-Να 'χετε το σταυρό στο μέτωπο, για να σας γνωρίσουν ότι είσθε χριστιανοί.

Τρίτη, 21 Αυγούστου 2012

Οι χριστιανοί σήμερα


Ὅταν ο σύγχρονος χριστιανός μιλάει για τόν Θεό, ἐννοεῖ, λίγο πολύ, κάτι πού βρίσκεται πέρα μακριά στόν οὐρανό, ἄγνωστο, ἀκατανόητο, φοβερό, ἀπλησίαστο, πού ἁπλά τό ἀποδέχεται, χρήσιμο γιά ὥρα ἀνάγκης, μερικές φορές τοῦ ἀποδίδει μαγικές ἰδιότητες καί συχνά ἐπαναλαμβάνει τό ἀνορθόδοξο «πίστευε καί μή ἐρεύνα».
Κατά τ’ ἄλλα, αὐτή ἡ πίστη στόν Θεό δέν ἐπιφέρει οὐσιαστική ἀλλαγή στήν ζωή τοῦ χριστιανοῦ. Μπορεῖ νά ἐκκλησιάζεται μερικές Κυριακές, νά ἔχῃ στήν βιβλιοθήκη του σύγχρονα πνευματικά βιβλία, παλιές εἰκόνες στο σαλόνι, κάποιο κομποσχοίνι στό χέρι, νά δίνῃ καί λίγη ἐλεημοσύνη.
Ὅμως, παραμένει ἀνυπόμονος στό ὅτι οἱ ἄλλοι δέν εἶναι ὅπως τούς θέλει, μίζερος γιά τά χρήματα, βυθισμένος στόν ἀτομισμό, στήν καλοπέραση, στό ἄγχος, στόν ἀνταγωνισμό.
Αὐτό, ὅμως, δέν εἶναι ζωή ἐν Χριστῷ· μυρίζει θάνατο. Σέ τί διαφέρει ὁ χριστιανός σήμερα ἀπό τόν ὑπόλοιπο κόσμο; Ὅταν δέν ἔχει μακροθυμία, πραότητα, χαρά, ἁπλότητα καί κυρίως ταπείνωση, σημαίνει ὅτι δέν ἔχει νοιώσει τίποτε ἀπό τήν ἐν Χριστῷ ζωή. Ζωή πού ἀνακαινίζει, μεταμορφώνει καί ὡραιοποιεῖ τόν ἄνθρωπο καί μέσα ἀπό τίς καθημερινές δυσκολίες.
Ὁ χριστιανός, πρῶτα πρῶτα, καλεῖται νά σκύψῃ καί νά ἀκούσῃ τήν φωνή τοῦ Εὐαγγελίου, πού τόν καλεῖ σέ μία συνεχῆ διακινδύνευση τῆς αὐτάρκειας πού τόν διακατέχει, τοῦ πονηροῦ λογισμοῦ ἐκείνου πού τόν κινεῖ νά λέῃ: «Ἐμεῖς, δόξα τῷ Θεῷ, δέν κάνουμε τά φοβερά καί αἰσχρά πού βλέπουμε καθημερινά στήν τηλεόραση. Ἡ σκέψη αὐτή εἶναι μᾶλλον δαιμονοκίνητη καί ὁ ἐφησυχασμός πού δίνει ἀσφαλῶς δέν εἶναι καθόλου ἀγαθός.
Δέν θά δώσουμε λόγο στόν Θεό μόνο γιατί δέν πράξαμε τό κακό, ἀλλά καί γιατί δέν πράξαμε τό καλό, δέν ἀγαπήσαμε τρυφερά τήν ἀρετή.
Ἔχουμε μιά μαγική ἀντίληψη περί Ἐκκλησίας ἐμεῖς οἱ χριστιανοί σήμερα. Λέμε: «Ἄν ἔλθῃς στήν Ἐκκλησία, οἱ δουλειές σου θά πᾶνε καλά». Μά ὑπάρχουν χριστιανοί πιστοί πού εἶναι ἄνεργοι, νέοι ἐπιστήμονες ἀδιόριστοι, ἔμποροι πτωχεύσαντες. Λέμε: «Ἄν δέν ἔλθῃς στήν Ἐκκλησία, θά καταστραφεῖς». Μά ὁ Χριστός δέν πίεσε ἐρχόμενος καμμία συνείδηση.
Δέν ἔχουμε τό δικαίωμα νά ἀπειλοῦμε, νά φοβερίζουμε τόν κόσμο, παιανίζοντας μάλιστα ἕναν σκοπό πού μιλᾷ γιά ἕναν Θεό ἀνύπαρκτο, ἕναν Θεό, δηλαδή, τιμωρό, ἐκδικητή, τρομοκράτη, φθονερό, ἀντίδικο. Ἕναν Θεό πού μοιράζει καλές θέσεις ἐργασίας, παχυλούς μισθούς, ὑψηλές συντάξεις, ἐπιδόματα, εὐζωΐα, μακροζωΐα καί λοιπά.
Μοιάζουμε μέ διαφημιστές νέων προϊόντων ὀμορφιᾶς ἤ συνηγόρους τοῦ ἀδικημένου Θεοῦ. Δέν ἔχουμε νοιώσει ἀκόμη ἐμεῖς οἱ χριστιανοί τοῦ δύστροπου εἰκοστοῦ αἰῶνος ὅτι ἡ Ἐκκλησία εἶναι ὁ Χριστός πού σώζει καί δέν σώζεται ἀπό κανέναν μας.
Ὁ Χριστός εἶπε, ἄν θέλουμε ἀπό τήν καρδιά μας τήν τελειότητα, ἄς τόν ἀκολουθήσουμε. Οἱ σημερινοί χριστιανοί γίνονται εἰσαγγελεῖς, βασιλικότεροι τοῦ βασιλέως, μέ ζῆλο ἀνεπίγνωστο, μέ σπουδή ἀδιάκριτη, μέ νόθο ἱεραποστολισμό.
Μά, ἀγαπητοί μου, ὅλοι οἱ ἅγιοι τῆς Ἐκκλησίας μας ἦταν ἄρρωστοι, φτωχοί οἱ πιό πολλοί, συχνά κυνηγημένοι, ἀνήμποροι, καταφρονεμένοι, δέν τούς ἔπιανε τό μάτι σου. Ὁ Χριστός ἐδοξάσθη στόν Γολγοθά. Ὁ πόνος εἶναι συνοδοιπόρος μας στήν ζωή. Τό σύμβολο τοῦ χριστιανισμοῦ εἶναι ὁ Σταυρός. Δέν ἐπιτρέπεται ἡ παραπληροφόρηση.
Στήν Ἐκκλησία μέσα συνεχίζεται, ἐνυπάρχει ὁ πόνος, ἀλλά ἔχει νόημα, ἔχει διέξοδο, ὁδηγεῖ σέ ἀνάσταση. Δέν ἔχουμε τό δικαίωμα, ὡς ὁρισμένοι ὑποψήφιοι πολιτικοί, νά ξεγελᾶμε τόν λαό, ὑποσχόμενοι ἐπιγείους παραδείσους. Ὁ Χριστός εἶπε ὅτι θά ἔχουμε στόν κόσμο αὐτόν θλίψη. Δέν μακαρίζει ὅσους χασομεροῦν στά γέλια.
Ἐπιθυμοῦμε καί δημιουργοῦμε ἕναν νεοχριστιανισμό στά μέτρα μας, στίς ἀνάγκες μας, ἄκοπο, ἄμοχθο, πρόχειρο, εὔκολο, δίχως κανένα κόστος, ἀντιασκητικό, τελικά ἀντιευαγγελικό.
Σέ αὐτή τήν προοπτική, ἡ Θεία Λειτουργία στόν ναό εἶναι μιά ἁπλή ἀκρόαση τῶν λεγομένων, μία θέαση τῶν τελουμένων πού θά μπορῇς νά τήν παρακολουθῇς πιό ἥσυχα καί ἀπό τήν πολυθρόνα σου στό σπίτι ἀπό τήν τηλεόραση ἤ τό ραδιόφωνο στό αὐτοκίνητο. Δέν εἶναι θυσία, συμμετοχή, ἐγρήγορση, ἐπί τῷ αὐτῷ πάντων τῶν ἀδελφῶν συγκοινωνούντων καί θερμά δεομένων.
Ἄν δέν γνωρίσουμε τό φῶς τῆς χάριτος, λέμε ὅτι εἴμαστε καλά καί στό ἡμίφως. Στό φῶς ἀποκαλύπτεται ἡ πραγματικότητά μας. Μέσα στό φῶς θ’ ἀποκαλυφθῇ ἡ Ἀλήθεια τῆς Ἐκκλησίας. Ἡ Ἐκκλησία δέν εἶναι αὐτό πού φανταζόμαστε, πού νομίζουμε, πού θά θέλαμε νά εἶναι.
Ἡ Ἐκκλησία εἶναι μιά μητρική ἀγκάλη, πού ὅλους θέλει νά σώσῃ, ἄν θελήσουν νά σωθοῦν. Δέν εἶναι θεσμός, δέν εἶναι ἰδεολογία, δέν εἶναι παράταξη, δέν εἶναι σύστημα, δέν εἶναι μέρος. Ἡ Ἐκκλησία δέν δικάζει, δέν τιμωρεῖ, δέν ψάχνει γιά ὀπαδούς, δέν μετασχηματίζεται, δέν διαιρεῖ, δέν κουράζεται, δέν ξεκουράζεται, δέν ἀνησυχεῖ νά πείσει ἀποστομωτικά, νά ὑποδουλώσει καί νά κατατροπώσει κανέναν καί ποτέ. Προσέξτε το, παρακαλῶ.
Οἱ χριστιανοί σήμερα πρέπει νά γίνουμε οἱ ἄνθρωποι τῶν καθαρῶν βιωμάτων, νά μιλᾷ πιό βροντερά ἡ ζωή μας ἀπό τά πολλά λόγια μας, νά μήν ἀπαιτοῦμε μέ προπέτεια τό θαῦμα, νά μή βιαζόμαστε στήν προσευχή, ν’ ἀκοῦμε καί τόν ἄλλο, ὅποιος κι ἄν εἶναι, νά ὑπομένουμε τήν ἀντίδραση, τήν ἀντίσταση τοῦ ἄλλου, νά συνεργασθοῦμε μέ τόν Θεό.
Ἐμεῖς θά τοῦ δώσουμε τόν ἑκούσιο κόπο μας, τήν ἄσκηση, κι Ἐκεῖνος τήν χάρη Του καί τό ἔλεός Του, ἀφοῦ πάντοτε ἡ σωτηρία τοῦ ἀνθρώπου εἶναι συνεργεία Θείας Χάριτος καί ἀνθρώπινης ἐνέργειας. Ὁ ἄνθρωπος πλάσθηκε κατ’ εἰκόνα Θεοῦ κι ὁ σκοπός τῆς δημιουργίας του εἶναι ἡ θέωση.
Ἡ ἀποστολή τῆς Ἐκκλησίας εἶναι ἡ σωτηρία τοῦ κόσμου, τά μυστήρια τῆς Ἐκκλησίας ἁγιάζουν τόν ἀγωνιζόμενο ἄνθρωπο, ὁ ὁποῖος καθαριζόμενος φωτίζεται καί θεώνεται. Αὐτή εἶναι ἡ ὀρθόδοξη θεολογία, ἡ ἀνθρωπολογία, ἡ ἐκκλησιολογία καί ἡ ἀσκητική τῆς Ἐκκλησίας μας. Μήν ψάχνουμε γιά ἄλλες ἀτραπούς, ὅταν μία εἶναι ἡ ὁδός τῆς σωτηρίας, τῆς θεώσεως, τῆς τελειότητος.
Μοναχού, Μωυσέως Αγιορείτη

Κυριακή, 5 Αυγούστου 2012

Μεταμόρφωση


Η δόξα της Μεταμόρφωσης, ενώ είναι Τριαδική, είναι ειδικότερα και μια Χριστολογική δόξα.  Εδώ πλησιάζουμε στην καρδιά του μυστηρίου του Θαβώρ. Στο Όρος βλέπουμε τον σαρκωμένο Σωτήρα να φανερώνεται στον αληθινό του χαρακτήρα: τέλεια θείος και τέλεια ανθρώπινος. Η Μεταμόρφωση είναι μια φανέρωση μαζί της θεότητας και της ανθρωπότητας του Χριστού. Το αΐδιον, άκτιστον φως ακτινοβολώντας απ’ το πρόσωπο του Χριστού, αποκαλύπτει τη θεότητά του: δείχνει «την δόξαν της θεϊκής σου μορφής» (Μέγας εσπερινός, απόστιχο 4ο), «την θείαν δόξαν υποκάτω της σαρκός» (Όρθρος, κάθισμα μετά τον Πολυέλαιο, στα Σλαβικά λειτουργικά βιβλία). Αλλά την ίδια ώρα το ανθρώπινο σώμα του Κυρίου, αν και φωτοβόλο με άυλη δόξα, παραμένει γνήσια υλικό και ανθρώπινο· η σάρκα του μεταμορφώνεται, αλλά δεν αναιρείται. Μ’ αυτόν τον τρόπο η Μεταμόρφωση εκφράζει σ’ ένα ορατό σχήμα την αλήθεια του Χαλκηδόνιου δόγματος που ομολογεί τον Υιό ομοούσιο με τον Πατέρα κατά τη θεότητα, ομοούσιο μ’ εμάς κατά τήν ανθρωπότητα, ένα και αδιαίρετο πρόσωπο σε δύο τέλειες φύσεις.
Η γλώσσα της Χαλκηδόνος χρησιμοποιείται στα κείμενα της γιορτής, περισσότερο στο δεύτερο Κανόνα που αποδίδεται στον άγιο  Ιωάννη το Δαμασκηνό: «Θεός όλος υπάρχων, όλος βροτός γέγονας, όλη τη θεότητι μίξαςτην ανθρωπότητα εν υποστάσει σου, ην εν δυσί ταις ουσίαις Μωυσής Ηλίας τε, είδον εν όρει Θαβώρ. (Β’ Κανών 3, 3).
[...]  Στη Μεταμόρφωση τίποτα δεν αφαιρείται απ’ το Χριστό και τίποτα δεν προσθέτεται. Τίποτα δεν αφαιρείται: μεταμορφωμένος στο Θαβώρ, ο Χριστός παραμένει τόσο τέλεια άνθρωπος, όσο ήταν κάθε άλλη στιγμή τόσο τέλεια άνθρωπος, όσο εσείς ή εγώ. Η ανθρώπινη σάρκα του δεν εξαλείφεται ούτε καταποντίζεται μέσα στο θείο φως· γίνεται διαυγής, η θεότητα φέγγει μέσ’ απ’ αυτήν, και απ’ αυτήν, αλλά εξακολουθεί να είναι αυθεντικά ανθρώπινη σάρκα.
Ωστόσο, αν τίποτα δεν αφαιρείται, όμοια τίποτα δεν προσθέτεται. Η αιώνια δόξα που αποκαλύφθηκε στο Όρος Θαβώρ είναι κάτι που ο σαρκωθείς Χριστός κατέχει πάντοτε, από την πρωταρχική στιγμή της σύλληψής του στη μήτρα της αγίας Παρθένου. Αυτή η δόξα συνυπάρχει με αυτόν στη διάρκεια όλης της επίγειας ζωής του: ακόμα και τις ώρες της έσχατης ταπείνωσής του, όπως της αγωνίας του κήπου τη Γεθσημανή, ή της κραυγής εγκατάλειψης πάνω στο Σταυρό, παραμένει αληθινό ότι «εν αύτω κατοικεί παν το πλήρωμα της θεό­τητος σωματικώς» (Κολ. 2:9). Η διαφορά βρίσκεται απλώς σε τούτο: σε άλλες στιγμές της επίγειας ζωής του η δόξα, αν και αληθινά παρούσα, είναι κρυμμένη κάτω απ’ το καταπέτασμα της σάρκας· στην κορυφή του Όρους στιγμιαία μόνο, το καταπέτασμα γίνεται διάφανο και η δόξα γυμνώνεται κατά ένα μέρος. Αλλά, όπως οι Πατέρες επιμένουν συνεχώς, στη Μεταμόρφωση καμιά αλλοίωση δε συνέβη στον ίδιο το Χριστό· η αλλοίωση προσφέρθηκε μάλλον στους αποστόλους. Με τα λόγια του αγίου Ιωάννη του Δαμάσκηνου: «Μεταμορφούται τοίνυν, ουχ ο ουκ ην προσλαβόμενος, αλλ’ όπερ ην τοις οικείοις μαθηταίς εκφαινόμενος, διανοίγων τούτων τα όμματα…» ή, με τα λόγια του αγίου Ανδρέα Κρήτης: «Ου τότε γενόμενος εαυτού διαυγέστερος ή υψηλότερος· άπαγε· αλλ’ όπερ και πρότερον…».
«Η ιστορία του Ευαγγελίου, λέει ο Παύλος Ευδοκίμωφ, μιλά όχι για τη Μεταμόρφωση του Κυρίου, αλλά γι’ αυτή των αποστόλων».
Επομένως λοιπόν η γιορτή της Μεταμόρφωσης μας φέρνει μπροστά στο «σωτήριο παράδοξο» της Χριστιανικής μας πίστης: ότι ο Ιησούς είναι τέλεια Θεός, τέλεια άνθρωπος και ωστόσο ένα πρόσωπο κι όχι δύο. Στις 6 Αυγούστου καλό είναι να συλλογιζόμαστε με την πιο έντονη ενάργεια τη διπλή πληρότητα του σαρκωθέντος Σωτήρα: την τελειότητα της Θεότητάς του και την αμείωτη ακεραιότητα της ανθρωπότητάς του. Το Θαβώρ μας δείχνει, στο πρόσωπο του Χριστού, την ανθρώπινη φύση — τη δική μας ανθρώπινη φύση— αναληφθείσα στο Θεό, πλημμυρισμένη από θεία ζωή και δόξα, διαποτισμένη απ’ τις άκτιστες ενέργειες, κι όμως ακόμα πλέρια ανθρώπινη.
 (Μητροπ. Διοκλείας Καλλίστου, Η δόξα της Μεταμόρφωσης, από τον συλλογικό τόμο «Μεταμόρφωση», εκδ. ΑΚΡΙΤΑΣ σ. 26-28).