Κυριακή, 17 Φεβρουαρίου 2013

Περἰ της δύναμης της υπέρ του κόσμου προσευχής

Γράφει ο μακάριος Γέρων: «Ο μοναχός είναι ικέτης υπέρ όλου του κόσμου … Ο Κύριος Ιησούς Χριστός, ο Υιός του Θεού, δίδει εις τον μοναχόν την αγάπην του Αγίου Πνεύματος και εκ της αγάπης αυτής η καρδία του μοναχού είναι πάντοτε περίλυπος δια τον λαόν, επειδή δεν σώζονται πάντες. Ο Ίδιος ο Κύριος ήτο τοσούτον περίλυπος δια τον λαόν, ώστε παρέδωκεν Εαυτόν εις τον δια σταυρού θάνατον. Και η Παναγία την αυτήν λύπην δια τους ανθρώπους έφερεν εν τη καρδία Αυτής … Το αυτό Άγιον Πνεύμα έδωκεν ο Κύριος, και εις τους Αποστόλους, και εις τους Αγίους ημών Πατέρας, και εις τους ποιμένας της Εκκλησίας. Εις τούτο συνίσταται η διακονία ημών εν τω κόσμω. Και δια τούτο ούτε οι ποιμένες της Εκκλησίας, ούτε οι μοναχοί πρέπει να απασχολώνται εις κοσμικά προβλήματα, αλλά να μιμώνται την Θεομήτορα, Ήτις εντός του ναού, εις τα “Άγια των Αγίων”, ημέρας και νυκτός εμελέτα εν τω νόμω Κυρίου και έμενε πρεσβεύουσα υπέρ του λαού» (σ. 510-511).
Η προσευχή δι’ όλον τον κόσμον, δι’ όλον τον Αδάμ, οδηγεί πολλάκις εις την απομάκρυνσιν από της ειδικής υπηρεσίας προς τους ανθρώπους. Ίσως ερωτήση τις: Η απομάκρυνσις αύτη δεν είναι άραγε άρνησις υπηρεσίας προς το συγκεκριμένον όν χάριν αφηρημένης τινός ιδέας; Ουχί βεβαίως, διότι ο όλος Αδάμ δεν είναι αφηρημένη ιδέα, αλλά το πλέον συγκεκριμένον πλήρωμα της ανθρωπίνης υπάρξεως.
Η φύσις της πανανθρωπίνης υπάρξεως είναι τοιαύτη, ώστε έκαστον ιδιαίτερον πρόσωπον, νικών εν εαυτώ το κακόν, επιφέρει δια της νίκης ταύτης ήτταν κατά του κοσμικού κακού τοσούτον μεγάλην, ώστε τα αποτελέσματα επενεργούν ευεργετικώς επί των πεπρωμένων όλου του κόσμου. Αφ’ ετέρου δε η φύσις του κοσμικού κακού είναι τοιαύτη, ώστε νικώμενον εις ωρισμένας μόνον ανθρωπίνας υποστάσεις (πρόσωπα) υφίσταται ήτταν, η σημασία και η έκτασις της οποίας είναι αμέτρως δυσανάλογοι προς τον αριθμόν των νικητών.
Είς άγιος είναι φαινόμενον εξόχως πολύτιμον δι’ όλην την ανθρωπότητα. Οι άγιοι, δια του γεγονότος της υπάρξεως αυτών, έστω και αφανούς εις τον κόσμον αλλά φανεράς εις τον Θεόν, επιφέρουν επί της γης, εφ’ όλης της ανθρωπότητος, πλουσίαν την ευλογίαν του Θεού. Ο Γέρων γράφει:
«Ιδού, ένεκα τοιούτων ανθρώπων, σκέπτομαι, ο Κύριος διαφυλάττει τον κόσμον, διότι ούτοι είναι τοσούτον ευάρεστοι εις τον Θεόν, ώστε ο Θεός πάντοτε εισακούει των ταπεινών Αυτού δούλων, και πάντες ημείς απολαύομεν των αγαθών της ειρήνης ένεκα των προσευχών αυτών» (σ. 512).
«Ο κόσμος ίσταται δια των προσευχών των Αγίων, και όταν εξασθενήση η προσευχή, τότε ο κόσμος θα απολεσθή … Θα είπης, ίσως, ότι νυν δεν υπάρχουν τοιούτοι μοναχοί, οίτινες προσεύχονται διαπύρως δι’ όλον τον κόσμον. Εγώ όμως θα είπω εις σε ότι, όταν επί της γης εκλείψη η τοιαύτη προσευχή, τότε ο κόσμος θα παρέλθη, θα έλθουν μεγάλαι ωδίνες, αίτινες και ήδη υπάρχουν» (σ. 512)
Οι άγιοι ζουν δια της αγάπης του Χριστού, ήτις είναι δύναμις Θεία, κτίζουσα και συντηρούσα τον κόσμον, και δια τούτο είναι τοσούτον μεγάλη η ισχύς των προσευχών αυτών. Ο Άγιος Βαρσανούφιος, επί παραδείγματι, μαρτυρεί ότι επί της εποχής αυτού η προσευχή τριών ανδρών συνεκράτει τον κόσμον εκ της καταστροφής. Χάρις εις τους αγνώστους εις τον κόσμον αγίους μεταβάλλεται η ροή των ιστορικών, έτι δε και των κοσμικών γεγονότων. Ως εκ τούτου έκαστος άγιος είναι φαινόμενον κοσμικού χαρακτήρος, η σπουδαιότης του οποίου εξέρχεται των ορίων της επιγείου ιστορίας, και εκτείνεται εις τον κόσμον της αιωνιότητος. Οι άγιοι είναι το άλας της γης, η έννοια της υπάρξεως αυτής, ο καρπός χάριν του οποίου φυλάττεται αύτη. Και όταν η γη παύση να γεννά αγίους, τότε θα αρθή απ’ αυτής η δύναμις η συγκρατούσα τον κόσμον εκ της καταστροφής.
Έκαστος άγιος, ως ο Αντώνιος, ο Αρσένιος, ο Νικόλαος, ο Βασίλειος, ο Εφραίμ, ο Σεραφείμ και οι όμοιοι αυτών, αποτελεί την πλέον πολύτιμον αιωνίαν κληρονομίαν παντός του κόσμου, καίτοι ο κόσμος δεν θέλει να γνωρίζη περί τούτου, συχνάκις δε και φονεύει τους προφήτας αυτού.
Υπάρχουν άνθρωποι οίτινες, κατά τρόπον παράδοξον, δεν εννοούν το μεγαλείον των θρησκευτικών πράξεων των ερριζωμένων εν αυτώ τούτω τω ανάρχω Θείω Είναι. Οι άνθρωποι ούτοι αντιλαμβάνονται την θρησκευτικήν πνευματικήν ζωήν ως υποκειμενικά ψυχολογικά βιώματα, αποθνήσκοντα άμα τη παύσει αυτών εν τη ψυχή. Εκ της μακράς επικοινωνίας μετά του Γέροντος και εκ των ανωτέρω λόγων αυτού βλέπομεν ότι εκείνος εθεώρει τας πνευματικάς καταστάσεις ως εξόχως μεγάλας, ένεκα της αιωνίου οντολογικής αυτών σπουδαιότητος. Την προσευχήν δια τους εχθρούς και δι’ όλον τον κόσμον ησθάνετο ως αιωνίαν ζωήν, ως Θείαν ενέργειαν εν τη ψυχή του ανθρώπου, ως άκτιστον χάριν και δωρεάν του Αγίου Πνεύματος. Και έως ότου θα αποδέχηται ο κόσμος το δώρον τούτο, θα υφίσταται· όταν όμως εις όλον το πλήθος των ανθρώπων δεν απομείνουν επί της γης έστω και ολίγοι φορείς της χάριτος ταύτης, τότε θα λάβη πέρας η γηΐνη ιστορία εν τη εξάψει της γενικής συμπλοκής, και ουδεμία ανθρωπίνη επιστήμη ή πολιτισμός θα προλάβουν τον όλεθρον τούτον.
Η καθ’ ημέραν πείρα βεβαιοί ημάς ότι εισέτι και άνθρωποι αποδεχόμενοι εκ ψυχής την εντολήν του Χριστού περί αγάπης προς τους εχθρούς δεν πραγματοποιούν αυτήν εν τη ζωή. Διατί; Κυρίως διότι είναι αδύνατον να αγαπώμεν τους εχθρούς άνευ της χάριτος. Εάν όμως οι άνθρωποι, αντιλαμβανόμενοι ότι τούτο υπερβαίνει τας φυσικάς αυτών δυνάμεις, εζήτουν ως λέγει ο Γέρων, παρά του Θεού την βοήθειαν της χάριτος, τότε αναμφιβόλως θα ελάμβανον το δώρον τούτο.
Δυστυχώς κυριαρχεί το αντίθετον φαινόμενον, τουτέστιν ουχί μόνον οι άπιστοι, αλλά και οι ομολογούντες εαυτούς χριστιανούς, φοβούνται να ενεργούν κατά την εντολήν του Χριστού περί της αγάπης προς τους εχθρούς. Υποθέτουν ότι τούτο είναι επωφελές μόνον δια τους εχθρούς. Οι εχθροί, οίτινες δια του μέλανος πρίσματος του μίσους παρουσιάζονται συνήθως ως μη έχοντες εν εαυτοίς ουδέν καλόν, θα επωφεληθούν, ως νομίζουν, της «αδυναμίας» αυτών και θα απαντήσουν εις την αγάπην δια μίσους και εκβιασμού, και τότε θα θριαμβεύση το κακόν, προσωποποίησις του οποίου, εν γένει, είναι ο εχθρός.
Η σκέψις περί «αδυναμίας» του Χριστιανισμού είναι βαθέως εσφαλμένη. Οι άγιοι κατέχουν δύναμιν αρκετήν δια να κυριαρχούν επί των ανθρώπων, επί των μαζών, αλλά πορεύονται την αντίθετον οδόν: Υποδουλούνται εις τον αδελφόν, και ούτως αποκτούν δι’ εαυτούς τοιαύτην αγάπην, ήτις κατά την ουσίαν αυτής είναι άφθαρτος. Επ’ αυτής της οδού νικούν νίκην, ήτις μένει εις τους αιώνας, ενώ η δια της βίας νίκη ουδέποτε είναι σταθερά, και κατά το είδος αυτής αποτελεί μάλλον όνειδος της ανθρωπότητος παρά δόξαν αυτής.
Ο Γέρων αντελαμβάνετο και την σάρκωσιν του Θεού Λόγου, και όλην την επίγειον ζωήν του Χριστού, ως αγάπην προς όλον τον κόσμον, έστω και αν ούτος είναι πλήρης έχθρας κατά του Θεού. Και το Πνεύμα το Άγιον εγνώρισεν αυτός εν τω φωτί της αγάπης, ήτις δια της επιφανείας αυτής εκδιώκει παν μίσος, ως ο ήλιος διώκει το σκότος της νυκτός· εν τη αγάπη, ήτις εξομοιοί τον άνθρωπον προς τον Χριστόν και εις τας πλέον μυχίους κινήσεις της ψυχής. Αύτη είναι, κατά την διδασκαλίαν του Γέροντος, η αληθής πίστις.
«Πολλοί εμελέτησαν πάσας τας θρησκείας, αλλά την αληθινήν πίστιν, ως πρέπει, δεν εγνώρισαν. Εις εκείνον όμως όστις παρακαλεί εν ταπεινώσει τον Θεόν όπως φωτίση αυτόν ο Κύριος θα δώση να γνωρίση πόσον πολύ αγαπά τον άνθρωπον» (σ. 368).
Οι άνθρωποι φοβούνται να ριφθούν εις το πυρ εκείνο, όπερ έφερεν επί της γης ο Κύριος. Φοβούνται να «καταναλωθούν» εν αυτώ και να «απολέσουν» την ψυχήν αυτών. Εκείνοι όμως οίτινες δεν εδειλίασαν εις αυτήν την πίστιν (Λουκ. ιζ’ 33, Ιωάν. ιβ’ 25), ως βλέπομεν και εις το παράδειγμα του Γέροντος, γνωρίζουν ότι «μεταβεβήκασιν» εις αιώνιον ζωήν, και γνωρίζουν τούτο μέχρις οφθαλμοφανείας, και δεν έχουν χρείαν άλλου μάρτυρος, εκτός του Πνεύματος, όπερ μαρτυρεί εντός αυτών των ιδίων (Α’ Ιωάν. γ’ 14, ε’ 10).
Επί πολλά έτη η ζωή του Γέροντος ήτο προσευχή δια τον κόσμον· και δι’ αγνώστου εις ημάς τρόπου, η χάρις του Θεού επληροφόρει αυτόν ότι, άχρις ου εν τω κόσμω υπάρχει τοιαύτη αγάπη και προσευχή, ο κόσμος θα διαφυλάττηται υπό του Θεού, αλλ’ όταν εκλείψη εντελώς από του προσώπου της γης η αγάπη προς τους εχθρούς, τότε ο κόσμος θα απολεσθή εν τω πυρί της γενικής συρράξεως.
Η οδός του Γέροντος είναι η οδός των αγίων, η υποδειχθείσα υπ’ Αυτού του Χριστού. Αλλ’ ο κόσμος, εν τω συνόλω αυτού, δεν παρέλαβεν αυτήν. Αγωνιζόμενοι κατά του φυσικώς εμφανιζομένου κακού οι άνθρωποι καταφεύγουν εις την φυσικήν δύναμιν. Την οδόν ταύτην ηκολούθησαν πολλάκις και χριστιανοί. Εν τη Δυτική Εκκλησία κατά τον μεσαίωνα η φυσική πάλη μετά του κακού έλαβε δογματικήν δικαίωσιν, την οποίαν και μέχρι του νυν δεν απέρριψε. Τότε αυτό ελάμβανε την μορφήν «Ιεράς Εξετάσεως», νυν δε προσλαμβάνει άλλας μορφάς, αίτινες εν τούτοις κατά την πνευματικήν αυτών ουσίαν αποτελούν το αυτό φαινόμενον. Εν τη ιστορία της Ορθοδόξου Εκκλησίας –και της αρχαίας και της νέας άχρι των ημερών ημών– είναι ωσαύτως γνωσταί περιπτώσεις τάσεως προς την ιδέαν της φυσικής πάλης μετά του κακού, αλλ’ ευτυχώς αύται περιορίζονται εις μεμονωμένας περιπτώσεις ιεραρχών ή εκκλησιαστικών ομάδων. Αυτή αύτη η Εκκλησία όμως ουχί μόνον δεν ηυλόγησε και δεν εδικαίωσεν δογματικώς αυτά τα μέσα, αλλά πάντοτε επορεύετο οδόν ακολουθούσαν τον Εσταυρωμένον Χριστόν, τον αίροντα επ’ Αυτού το βάρος του κόσμου.
Είχεν ο Γέρων βαθείαν συνείδησιν ότι το κακόν νικάται πραγματικώς μόνον εν τω αγαθώ, ότι ο δια της φυσικής ισχύος αγών οδηγεί απλώς εις την αντικατάστασιν της μιάς βίας δια της άλλης. Πολλάκις έτυχε να συνομιλήσω μετ’ αυτού περί τούτου του θέματος. Έλεγεν: «Εις το Ευαγγέλιον λέγεται σαφώς … Ότε οι Σαμαρείται δεν ήθελον να δεχθούν τον Χριστόν, οι Απόστολοι Ιάκωβος και Ιωάννης ήθελον να ρίψουν πυρ εξ ουρανού, ίνα εξολοθρεύσουν αυτούς. Αλλά ο Κύριος απηγόρευσε τούτο και είπεν: “Ουκ οίδατε ποίου πνεύματος εστε … ουκ ήλθον ψυχάς ανθρώπων απολέσαι, αλλά σώσαι” (Λουκ. θ’ 52-56). Και ημείς οφείλομεν να έχωμεν αυτήν μόνον την σκέψιν, ίνα οι πάντες σωθούν».
Ηυδόκησεν ο Θεός, προς όνειδος ημών, να πλησιάσωμεν τον Γέροντα και να ίδωμεν, έστω εκ μέρους, οποίαν θεσπεσίαν ζωήν έφερεν επί γης ο Χριστός· να ίδωμεν πώς εντός μιας καρδίας δια θαυμαστού τρόπου συζούν βαθεία ασάλευτος ειρήνη και βαθύ μέγα πένθος, χαρά και ανάπαυσις εν παντί, και συγχρόνως μεγάλη οδύνη πνεύματος, βιούντος την τραγωδίαν της ανθρωπότητος.
Ο νόμος, εάν αρμόζη ενταύθα η λέξις αύτη, της αιωνίου ζωής κρέμαται επί δύο εντολών: αγάπη προς τον Θεόν και αγάπη προς τον πλησίον. Όταν όμως ο ασκητής απομακρύνηται εκ του κόσμου, κατ’ αρχάς η ζωή αυτού συγκεντρούται κυρίως εις την πρώτην εντολήν και εις την προσωπικήν μετάνοιαν, λαμβάνουσαν χαρακτήρα «εγωϊστικόν». Βραδύτερον, όταν η μετάνοια φθάση εις ωρισμένον μέτρον πληρώματος και η ψυχή του ασκητού γευθή της χάριτος, τότε αρχίζει εντός αυτού να ενεργή η αγάπη του Χριστού, εκχεομένη επί του κόσμου και εφ’ όλης της ανθρωπότητος. Τότε, παραμένων έτι και εν τη ερήμω και μη βλέπων τον κόσμον δια των σωματικών οφθαλμών, βλέπει αυτόν δια πνεύματος και ζη βαθέως τα παθήματα του κόσμου δια της χριστιανικής συνειδήσεως του ανεπαναλήπτου και της μεγάλης αιωνίου αξίας εκάστου ανθρώπου.
Όπου και αν υπάγη ο άνθρωπος, εις οιανδήποτε έρημον και αν απομονωθή, εάν ευρίσκηται εις τας οδούς της πραγματικής εν Θεώ ζωής, θα ζήση την τραγωδίαν του κόσμου, και μάλιστα πολύ εντονώτερον και βαθύτερον ή οι ίδιοι οι εν τω κόσμω ζώντες, διότι ούτοι δεν γνωρίζουν τίνος στερούνται. Οι άνθρωποι πάσχουν εκ πολλών στερήσεων, αλλά, εκτός σπανίων εξαιρέσεων, δεν γνωρίζουν την κυρίαν αυτών στέρησιν. Θλίβονται και κλαίουν δια την στέρησιν των προσκαίρων αγαθών. Αλλά δια ποίων δακρύων θα ωδύρετο ο κόσμος, εάν ελάμβανε γνώσιν της κυρίας αυτού στερήσεως, και δια ποίας αναζητήσεως θα ανεζήτει εκείνο το «έν ού έστι χρεία»;
Είναι δυνατή η θλίψις περί του κόσμου, αληθής, αγία, θεοφιλής, αλλ’ είναι δυνατή και η αντίθετος, η σκοτεινή. Εν τη ψυχή του ανθρώπου, όστις δεν εγνώρισε την τελείαν αγάπην, αι δύο εντολαί του Χριστού ουχί σπανίως ευρίσκονται εν οξεία, αμοιβαία αντιθέσει. Ο αγαπών τον Θεόν εξέρχεται του κόσμου και καταδύεται εις πνευματικόν τινα «εγωϊσμόν», και ως αδιάφορος δια τα συμβαίνοντα εν τω κόσμω σώζει την εαυτού ψυχήν. Ο αγαπών πάλιν εμπαθώς τον ανθρώπινον κόσμον, ζη τον πόνον αυτού. Φέρων εν αυτώ την θλίψιν δια τον κόσμον, εγείρεται κατά του Θεού, θεωρών Εκείνον αίτιον του πόνου αυτού, όστις κατακλύζει τον κόσμον όλον, και εγείρεται ενίοτε μέχρις έχθρας. Εις τον μακάριον όμως Γέροντα ήτο δυνατόν να ίδης, κατ’ εικόνα Χριστού, και εκείνην και την άλλην αγάπην εν τη οργανική αυτών ενότητι, εν τη διακρίσει των εκδηλώσεων: Θριαμβεύουσα εν τη αιωνιότητι η αγάπη πάσχει εν τω κόσμω τούτω της αμαρτίας.
Επέτρεψεν εις εμέ ο Θεός να ίδω εκ μέρους πώς εθρήνει ο Γέρων, ίνα μη στερηθή ο κόσμος την χάριν του Αγίου Πνεύματος, την οποίαν έδωσεν εις αυτόν ο Θεός να γνωρίση. Κατεπονείτο υπό βαθείας λύπης και «δι’ όλους τους λαούς της γης» εζήτει την ευσπλαγχνίαν του Θεού.
Ούτως η γνησία προς τον Θεόν αγάπη μεταβάλλεται εις γνησίαν αγάπην προς τον άνθρωπον. Και δια τούτο συνεχής διαβεβαίωσις του Γέροντος ήτο ότι «εις εκείνον όστις δεν αγαπά τους εχθρούς η αγάπη του Θεού  δεν υπάρχει».
«Συμπόνοιαν των εχθρών» λέγων δεν ηννόει τον περιφρονητικόν οίκτον, αλλά την ευσπλαγχνίαν της αγαπώσης καρδίας. Τούτο ήτο δι’ αυτόν η ένδειξις της αληθινής οδού του Θεού.

Από το βιβλίο:Ἀγιος Σιλουανός ο Αθωνίτης

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου